ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Lepista nuda Λεπίστα η γυμνή

Τατόι 27/11/2007 Πάρνηθα

Η Λεπιστή η γυμνή καρποφορεί από Απρίλιο μέχρι Δεκέμβριο, συνήθως κατά ομάδες, σε κήπους, πάρκα, θαμνότοπους, άκρες δασών, όχθες χειμάρρων. Το καπέλο έχει χρώμα βιολετί ή λιλά με τις αποχρώσεις τους.
Λαϊκά ονόματα: μπλαβομάνητας, γερανομανίτης, μαβίτης.
Επιστημονικό όνομα: Lepista nuda, (Bull.) Cooke 1871
Ετυμολογία:
Lepista < λεπιστός, -ή, όν (Παλ. Διαθ., Ευσταθ.) αποφλοιωμένος, ξεφλουδισμένος, χωρίς λέπια, γυμνός ==> από το χωρίς ίνες και λέπια καπέλο = Λεπιστή. // κατά μία άλλη εκδοχή: από την λατινική λέξη lepista (lepasta, lepesta) είδος αγγείου.
nuda (λατιν.) = γυμνή.


Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Πικερμική πανίδα

Στιγμιότυπο από τις πρώτες ανασκαφές στο Πικέρμι

Το 1830 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους. Το 1833 εγκαθιδρύθηκε βασιλικό καθεστώς και πρώτος βασιλιάς ανέλαβε ο Όθωνας, πρίγκιπας της Βαυαρίας. Μαζί του ήρθαν 3.850 Βαυαροί στρατιώτες που σταδιακά ενισχύθηκαν με πολλούς Γερμανούς εθελοντές. Το 1834 η Αθήνα ορίζεται πρωτεύουσα του κράτους και η Αττική έρχεται στο προσκήνιο.

Το 1838 ένας Βαυαρός στρατιώτης περνούσε κοντά στο Πικέρμι από το Μεγάλο Ρέμα, που αρχίζει από την Πεντέλη και εκβάλει στη Ραφήνα. Καθώς βάδιζε παρατήρησε στα πλαϊνά του ρέματος ένα απολιθωμένο οστό γεμάτο λαμπερούς κρυστάλλους. Ο Βαυαρός πίστεψε πως είχε βρει διαμάντια και βιάστηκε να μεταφέρει το θησαυρό του στη Γερμανία. Εκεί διαπιστώθηκε ότι τα «διαμάντια» ήταν απλός χαλαζίας αλλά το απολιθωμένο οστό ανήκε σε ένα είδος πίθηκου, που είχε ζήσει πριν 13 εκατομμύρια χρόνια.

Έτσι ανακαλύφθηκε η πικερμική πανίδα, όπως ονομάστηκε, και η οποία περιελάμβανε δεινοθήρια (γιγαντιαία ζώα με ύψος 4 μέτρα), μαστόδοντες (προγονικές μορφές των ελεφάντων), ρινόκερους, μαχαιρόδοντες, λιοντάρια, καμηλοπαρδάλεις, ύαινες, πίθηκους, αντιλόπες, σκύλους, ελάφια, χοίρους, πουλιά, χελώνες. Το πιο συνηθισμένο ζώο της πικερμικής πανίδας είναι ένα ιππάριο που είχε ευρύτερη εξάπλωση στην Ευρασία. Η χλωρίδα που αντιστοιχεί σε αυτά τα ζώα είναι σε γενικές γραμμές περιβάλλον στέπας.

Διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες για την πικερμική πανίδα. Μερικοί υποστήριξαν ότι σε μια κοσμογονική περίοδο καταβυθίσεων της ξηράς και εισβολών της θάλασσας όλα αυτά τα ζώα συγκεντρώθηκαν σε περιορισμένες εκτάσεις και χερσονήσους, όπως η Αττική. Εκεί αφανίστηκαν και οι πλημμύρες παρέσυραν από την Πεντέλη τα οστά τους ως το ρέμα του Πικερμίου, όπου θάφτηκαν κάτω από στρώματα κόκκινου πηλού και απολιθώθηκαν.

Άλλοι υποθέτουν ότι οι σκελετοί των ζώων παρασύρθηκαν με τις πλημμύρες από μακρινές αποστάσεις και συγκεντρώθηκαν σταδιακά στη κοίτη ενός ποταμού ή στο βυθό μιας λίμνης. Μερικοί συνδυάζουν τα προηγούμενα με μια ξαφνική κλιματική αλλαγή, που προκάλεσε μεγάλη ξηρασία και εξαφάνισε τη βλάστηση, με αποτέλεσμα η έλλειψη τροφής και νερού να προκαλέσει τον μαζικό θάνατο των ζώων.

Ο Αυστριακός καθηγητής Άμπελ, που ήταν ένας από τους ανασκαφείς της πικερμικής πανίδας, υποστήριξε ότι μία μεγάλη φωτιά, που ξέσπασε στην Πεντέλη από φυσικό αίτιο (ξηρασία, κεραυνός) και επεκτάθηκε σε όλη την Αττική, προκάλεσε πανικό στα ζώα που τρέχοντας να σωθούν έπεσαν στην απότομη χαράδρα του Πικερμίου. Κι έτσι εξηγεί γιατί πολλά οστά από τα άκρα των ζώων που ζουν σε αγέλες παρουσιάζουν κατάγματα.

Τα απολιθωμένα ευρήματα από το Πικέρμι και από άλλες περιοχές της Ελλάδας εκτίθενται στο Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που ιδρύθηκε το 1906.


Τα είδη


Στα ζώα της πικερμικής πανίδας περιλαμβάνονται ο Μεσοπίθηκος ο πεντελικός, ο αγριόγατος Φέλις ο αττικός, το Αγκυλοθήριο το πεντελικό, η Καμηλοπάρδαλη η αττική, το ελάφι Πλειότσερβος ο πεντελικός, το Ελλαδοθήριο το ντουβερνόγειο, το μεσογειακό ιππάριο, η Γαζέλα η βραχύκερος, ο Ρινόκερος ο παχύγναθος, το Χαλικοθήριο το γκολντφούσιο, ο ρινόκερος Δκιερόριζος ο ανατολικός, ο Μαχαιρόδους ο αφανιστής, ο ελέφαντας Χοιρολοφόδων ο πεντελικός.



Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Agaricus campestris


To Agaricus campestris (Αγαρικό το πεδινό) καρποφορεί σχεδόν όλο τον χρόνο, κυρίως όμως από Μάρτιο έως Νοέμβριο. 
Ετυμολογία:
Agaricus < Αγαρικόν, δίοικο φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης και που η ρίζα του γίνεται σε σάπια ξύλα όπως οι μύκητες.
campestris < campus (λατιν), πεδιάδα, κάμπος = πεδινό, του αγρού, αρουραίο.


Λαυρεωτική, 09/12/2007


Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Volvopluteus gloiocephalus Βολβοθώρακας ο γλοιοκέφαλος

Τουρκοβούνια 01/12/2007


Ο Βολβοθώρακας ο γλοιοκέφαλος είναι συνηθισμένο μανιτάρι με φθινοπωρινή και χειμωνιάτικη καρποφορία σε δάση, ελαιώνες, λιβάδια, βοσκότοπους, χωράφια, πάρκα και κήπους, μοναχικά ή σε μικρές ομάδες. 
Το καπέλο του είναι αρχικά κωνικό, αργότερα σχεδόν επίπεδο με ύβο, έντονα γλοιώδες, λευκό-γκριζωπό, γκριζοκαφετί. Τα ελάσματα  λευκά αρχικά, γίνονται ρόδινα αργότερα και ροδοκαφετιά στην ωριμότητα. Το πόδι είναι σκληρό, εύθραυστο, λευκό αρχικά, με διογκωμένη βάση και κυπελλόμορφη μεμβρανώδη θήκη.
Επιστημονικό όνομα: Volvopluteus gloiocephalus (DC.) Vizzini, Contu & Justo (2011) // συνώνυμο Volvariella gloiocephala (Fr.) Gillet (1876)
Λαϊκά ονόματα: λαρδίτης, γλιστρίτης, γλιστρένια, γλιστρομανίτης, αλευρομανίτης, σαλιάρα, αχυρίτης, αβγούδι.
Ετυμολογία:
Volvopluteus (λατιν.) < volva περίβλημα + pluteus θώρακας.
Volvariella (λατιν.) < υποκοριστικό τους γένους Volvaria (volva, περίβλημα ==> από την αναδίπλωση στην βάση του ποδιού).
gloiocephalus < γλοιός + κεφαλή ==> από την ιξώδη-γλοιώδη υφή του καπέλου (κεφαλής) του καρποσώματος.




Anas acuta πάπια «ψαλίδα»

Ωρωπός 19/01/2013

Lilioceris lilii

Σχινιάς 20/02/2013

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Ardeola ralloides κρυπτοτσικνιάς

Βραυρώνα 21/04/2013 Αττική

Ο κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides) περιλαμβάνεται στο «Κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας» (2009) με τον χαρακτηρισμό τρωτό. Ο πληθυσμός του στην Ελλάδα υπολογίζεται στο 2,5% του ευρωπαϊκού. Ο αριθμός του κρυπτοτσικνιά στην Ελλάδα ήταν 2.200 ζευγάρια στην δεκαετία του 1970-80. Σήμερα ο πληθυσμός του υπολογίζεται σε 500 ζευγάρια με αρνητική τάση.




Actinia equina θαλάσσια ανεμώνη

από τον βυθό της Αίγινας - 23/09/2012
photo (c) Ρένα Καρακατσάνη



Gymnopus dryophilus

Λαυρεωτική, 09/12/2007

Ο Γυμνόπους ο δρυόφιλος είναι σαπροφυτικό μανιτάρι με ευρεία εξάπλωση στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική. Καρποφορεί Μάιο έως Δεκέμβριο, συνήθως κατά ομάδες.
Επιστημονικό όνομα: Gymnopus dryophilus, (Bull.) Murrill 1916.
Συνώνυμα: Agaricus dryophilus, Bull. 1790 & Collybia dryophila (Bull.) P. Kumm. 1871.
Ετυμολογία:
Gymnopus < γυμνός + πους, ποδός ==> από το γυμνό, χωρίς λέπια, πόδι του.
dryophilus < δρυς + φίλος ==> επειδή έχει βιότοπο τα δρυοδάση (αλλά βρίσκεται και σε πευκοδάση)
Agaricus < Αγαρικόν ==> σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη εισήχθη από την Αγαρία, χώρα των Σαρματών στης Σκυθίας
Collybia < αβέβαιης ετυμολογίας < κόλλυβος (αρχ. ελλ.) μικρό νόμισμα αλλά και μικρό στρογγυλό γλυκό) // ή από το λατινικο collubia, μικρό στρογγυλό ψωμάκι.


Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Erithacus rubecula κοκκινολαίμης

Αθήνα 06/01/2014

Ο «Ερίθακος ο κοκιννούλης» εξαπλώνεται στην Ευρασία, από την ακτή του Ατλαντικού μέχρι την Δ. Σιβηρία και στην Β. Αφρική από το Μαρόκο έως την Αίγυπτο.
Το όνομα «κοκκινολαίμης» που χρησιμοποιιύμε έχει επιβληθεί από τον καθηγητή Α. Κανέλλη και την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία (ΕΟΕ), ακολουθώντας την αγγλική ονομασία, αν και το χρώμα στο λαιμό και το στήθος του είναι πορτοκαλί. Ανάλογα την περιοχή, λαϊκά ονόματα που έχουν καταγραφεί είναι:
γιαννάκης, γιαννάκι, γιαννακός, γιαννακούδι, γιαννακουράκι, γιαννάκουρας, γιαννακούρι, γιαννάς, γιάννης, γιαννί, γιαννούδι, γύφτος, γύφταλος, γυφτούλα, καλογιάννης, καλογιάννος, κοκκινογκούσης, κοκκινόρι (Τήνος), κοκκινοστήθης, κοκκινοστήθι, κοκκινοτραχηλίτσα (Καρδίτσα), κομπογιάννης, μπαντουγιάννης, πύρουλας, ρούβελας, ρουβέλι, τσιγκογιάννης (Λάρισα), τσιμπογιάννης, τσιμπουρογιάννης, τσίπιρας, τσιπουργιαννάκι, τσιπουργιάννης, τσιπουργιάννης (Αίγινα), τσιρογιάννης, γιαννακάκι (Χανιά).
Στην Ελλάδα, ο κοκκινολαίμης είναι τόσο επιδημητικό είδος όσο και χειμερινός επισκέπτης από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Η διατροφή του  αποτελείται κυρίως από χερσαία ασπόνδυλα, έντομα, προνύμφες σκαθαριών. Το φθινόπωρο και τον χειμώνα, συμπληρώνει την δίαιτά του με φυτική τροφή. Δεν φοβάται τους ανθρώπους και τον χειμώνα εισχωρεί στις πόλεις.
Επιστημονική ονομασία: Erithacus rubecula, Linnaeus, 1758.
Ετυμολογία:
Erithacus < ερίθακος, πτηνό που αναφέρεται από τον Αριστοτέλη.
rubecula (λατιν.) > υποκοριστικό του ruber (ερυθρός, κόκκινος) = κοκκινούλης.

«έστι δ' ο μεν ερίθακος χειμερινόν, οι δε φοινίκουροι θερινοί...» (Αριστοτέλης)

Πάρνηθα 18/05/2013