ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Στα δάση και τις κορφές του Παρνασσού


Το όνομα του Παρνασσού είναι τόσο αρχαίο όσο κι η Ελλάδα. Η ρίζα «παρν» ανάγεται στη νεολιθική εποχή και τη συναντάμε επίσης στα ονόματα της Πάρνηθας και του Πάρνωνα. Ο Παρνασσός με τα 2.457 μέτρα του είναι το όγδοο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας. Αν και είναι λίγο χαμηλότερο από τα γειτονικά του βουνά Γκιώνα και Βαρδούσια, κυριαρχεί με τον όγκο του στη Ρούμελη και γι’ αυτό έχει συνδεθεί στενά με την ελληνική μυθολογία. Στη ψηλότερη κορφή του, τη Λιάκουρα, άραξε το πλοιάριο που διέσωσε από τον κατακλυσμό τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα που η μυθολογία τους θεωρεί γενάρχες των Ελλήνων. Στον Παρνασσό ίδρυσε ο θεός Απόλλωνας το μαντείο του, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι είναι το κέντρο (ομφαλός) του κόσμου. Κι εδώ είναι ένα από τα ιερότερα σπήλαια της αρχαίας Ελλάδας, το Κωρύκειον άντρον, που ήταν αφιερωμένο στο θεό Πάνα και τις Κωρύκειες Νύμφες και σήμερα είναι περιτριγυρισμένο με αγριοτριανταφυλλιές και σπάνια φυτά.

Και από βοτανική άποψη ο Παρνασσός είναι από τα σπουδαιότερα βουνά μας. Ο πρώτος που έκανε συστηματική έρευνα ήταν το 1787 ο Άγγλος φυσιοδίφης Τζον Σίμπθορπ (John Sibthorp), στις έρευνες του οποίου βασίστηκε η μνημειώδη έκδοση Flora Graeca που είναι το πιο σπάνιο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο. Ο Σίμπθορπ εντυπωσιάστηκε από τους βοσκούς του Παρνασσού, διότι για τα περισσότερα φυτά χρησιμοποιούσαν τα αρχαία ονόματά τους. Βρήκε και περιέγραψε πολλά είδη, κυρίως από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Παρνασσού.
Τοπικά ενδημικά, όπως η Καμπανούλα των Δελφών (Campanula topaliana subsp. delphica), ο Παρνασσός  δεν έχει πολλά, περίπου δέκα. Διαθέτει όμως δεκάδες άλλα ενδημικά της Ρούμελης και της Ελλάδας, πολλά από τα οποία (πάνω από 25) πρωτοβρέθηκαν στον Παρνασσό και φέρουν τον βοτανικό όρο parnassica.

Οι βασίλισσες των βουνών είναι οι παιώνιες, που το λαϊκό τους όνομα είναι «πηγουνιές». Η βασίλισσα των βασιλισσών είναι η Παιώνια του Παρνασσού (Paeonia parnassica) με τα τεράστια μελανοπόρφυρα άνθη της. Περιγράφτηκε πρόσφατα, το 1977, από τον καθηγητή Τζανουδάκη. Ανθίζει από το τέλος Απριλίου έως το Μάιο, σε πολύ λίγες θέσεις στον Παρνασσό και στο γειτονικό Ελικώνα, σε χλοερά λιβάδια που σχηματίζονται ανάμεσα στα έλατα. Επειδή οι παιώνιες έχουν υψηλή φαρμακευτική και καλλωπιστική αξία, γίνονται αντικείμενο ανεξέλεγκτης συλλογής. Η Παιώνια του Παρνασσού κινδυνεύει σοβαρά από την υπερβολική συλλογή και τη βόσκηση και γι’ αυτό τον λόγο περιλαμβάνεται στο «Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, 2009».

Το Κολχικό του Παρνασσού είναι ενδημικό της Κεντρικής Ελλάδας και ευδοκιμεί σε μεγάλα υψόμετρα και στην ορομεσογειακή (αλπική ζώνη). Ανθίζει τον Αύγουστο, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά το φθινόπωρο. Αντίθετα το σπάνιο Κολχικό το τρίφυλλο είναι ανοιξιάτικο, πλουτίζοντας τη βιοποικιλότητα του Παρνασσού.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους κρόκους. Ο ενδημικός της Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου Κρόκος ο αδριατικός (Crocus hadriaticus) είναι φθινοπωρινός και στον Παρνασσό ανθίζει ένα τοπικό υποείδος του (Crocus parnassicus). Αντίθετα ο Κρόκος ο χρύσανθος (Crocus chrysanthus) έχει ανοιξιάτικη άνθηση και ο Παρνασσός αποτελεί τη νοτιότερη περιοχή της εξάπλωσής του.

Από την αρχαιότητα ο Παρνασσός είναι ξακουστός για τα φαρμακευτικά του φυτά. Ο Θεόφραστος στα συγγράμματά του χαρακτηρίζει το βουνό «φαρμακωδέστατον». Ο Διοσκουρίδης στο βιβλίο του «Περί ύλης ιατρικής» δίνει έμφαση στις φαρμακευτικές ιδιότητες του ελλέβορου από τον Παρνασσό. Ο ελλέβορος (Helleborus odorus subsp. cyclophyllus) περιέχει, κυρίως πριν την ανθοφορία, δύο τοξικά αλκαλοειδή που είναι ισχυρά δηλητήρια και σε μικρές δόσεις φάρμακα που τα χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα. Ένα άλλο γνωστό φαρμακευτικό φυτό είναι το τσάι του Παρνασσού (Sideritis raeseri subsp. parnassica) που θεωρείται το πιο αρωματικό από όλα τα ελληνικά τσάγια του βουνού.

Το Άρον το αλπικό (Arum alpinum) είναι από τα πιο ενδιαφέροντα φυτά του Παρνασσού. Ανθίζει την άνοιξη, πάνω από τα 950 μέτρα σε ανοιχτές υγρές θέσεις του ελατοδάσους. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τα γνωστά άσπρα «κρίνα» που έχουμε σε γλάστρες και κήπους.

Στον Παρνασσό φυτρώνουν διάφορες ορεινές ορχιδέες, όπως το Κεφαλάνθηρο το ερυθρό (Cephalanthera rubra), το Κεφαλάνθηρο το δαμασόνιο (Cephalanthera damasonium), η Όρχις η χλομή (Orchis pallens), η Όρχις η αρρενωπή (Orchis mascula). Σε χαμηλά υψόμετρα ανθίζει η ενδημική και πολύ σπάνια Ορχιδέα των Δελφών (Ophrys delphinensis).

Άλλα ενδημικά, σπάνια και ενδιαφέροντα φυτά που βρίσκουμε στον Παρνασσό είναι η Καμπανούλα η αγροτική (Campanula rupicola), ο Αστράγαλος του Παρνασσού (Astragalus parnassi), η Σκουτελάρια του Παρνασσού (Scutelaria rupestris subsp. parnassica), η Σκουτελάρια της Ανατολής (Scutellaria orientalis), ο Κονβόλβουλος του Παρνασσού (Convolvulus parnassicus), το Σέδο το απολείπον (Sedum apoleipon), το Κεράστιο το πάλλευκο (Cerastium candidissimum) και πολλά άλλα.

Ο Παρνασσός είναι ένας συμπαγής ορεινός όγκος, που υψώνεται απότομα πάνω από την πεδιάδα της Βοιωτίας στα ανατολικά και τον κόλπο της Ιτέας στα νοτιοδυτικά. Ο ανατολικός Παρνασσός αποτελεί ένα συγκρότημα υψηλών κορφών: Λιάκουρα (2457 μ.), Γεροντόβραχος (2367 μ.), Τσάρκος (2409 μ.), Μαύρα Λιθάρια (2316 μ.). Εδώ βρίσκονται τα χιονοδρομικά κέντρα αλλά και πολλές ορθοπλαγιές και χαράδρες με πολλά σπάνια φυτά για φωτογράφηση. Ο δυτικός Παρνασσός είναι ομαλός, χαμηλός (1714 μ.) και δασωμένος.

Στον Παρνασσό είναι χτισμένα πολλά χωριά, με πιο γνωστό την Αράχωβα που από παλιό κτηνοτροφικό κεφαλοχώρι έχει εξελιχτεί σε μεγάλο τουριστικό κέντρο, λόγω Δελφών και χιονοδρομικών. Αποτελεί και τη δυτική αφετηρία για τα ψηλά του βουνού. Η άλλη πύλη εισόδου για την περιήγηση του Παρνασσού είναι από την Αμφίκλεια και Αγόριανη, στα ανατολικά.



Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Xysticus sp. αράχνη σε φυτό Ballota acetabulosa (λουμίνι)

 Πάρνηθα 06/07/2011

Μια αραχνούλα του γένους Xysticus παραμονεύει για κάποιο έντομο δίπλα σε ένα λουλούδι της  Ballota acetabulosa (λυχναράκι, λουμίνι) της οικογένειας των Χειλανθών (Labiatae).

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Polistes dominula

Τουρκοβούνια 07/06/2007

Οι σφήκες Polistes dominula είναι γνωστές στους περισσότερους από τις «χάρτινες» φωλιές που κάνουν σε σκιερά και προστατευμένα μέρη. Τσιμπάνε μόνο αν ενοχληθεί η φωλιά τους, που κρέμεται από έναν μίσχο. Είναι ωφέλιμες, γιατί τρέφονται με κάμπιες που προσβάλουν τα φυτά: από το γρασίδι και τις ντομάτες μέχρι το γιασεμί.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Pontia edusa

Πάρνηθα 01/01/2012

Η Pontia edusa είναι μία μεσαίου μεγέθους μεταναστευτική πεταλούδα της οικογένειας των Πιεριδών (Pieridae). Η κατανομή της περιλαμβάνει κυρίως τη Νότια Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, αλλά ορισμένα άτομα μπορεί να φθάσουν μέχρι τη Σκανδιναβία. Το πάνω μέρος των φτερών είναι λευκό με μαύρες κηλίδες στα άκρα και το κάτω έχει πράσινα-γκρίζα σχέδια. Πετούν από τον Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο (σε πιο θερμές περιοχές). Οι κάμπιες της τρέφονται με είδη του γένους της Ρεζεντά (Resedaceae). Οι βιότοποί της περιλαμβάνουν λιβάδια με λουλούδια και πετρώδεις περιοχές.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Falco eleonorae - Φθινόπωρο, ο καιρός του μαυροπετρίτη

Δύο μαυροπετρίτες κυνηγούν έναν μοναχικό χαλικοκυλιστή (Arenaria interpres) κοντά σε μια βραχονησίδα της Ρόδου.
photo (c) Michalis Komkotos Μιχάλης Κομκοτός
από το βιβλίο «AEGEAN WINGS» - ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ»
εκδόσεις Nikos Kasseris Publications, Ρόδος


Τα κυκλαδίτικα νησιά είναι σήμερα τουριστικοί παράδεισοι. Μέχρι πριν λίγα χρόνια όμως αυτά που κυριαρχούσαν ήταν η στέρηση, η φτώχια και ο συνεχής αγώνας με τη φύση. Η φτώχια και η ξηρότητα των νησιών, ο αγώνας με τα στοιχεία της φύσης και οι μεγάλες δυσκολίες στα ταξίδια με τα ιστιοφόρα είχαν αναγκάσει τους Κυκλαδίτες, (και γενικά τους Αιγαιοπελαγίτες) ναυτικούς να γνωρίζουν και να εκμεταλλεύονται κάθε διαθέσιμο πόρο για νερό και τροφή.

Οι δυνατοί άνεμοι και οι φουρτούνες απέκλειαν για πολλές μέρες τους ναυτικούς σε ερημονησίδες, μικρόνησα και ερημικούς όρμους, όπου έπρεπε να συμπληρώσουν τα λίγα τρόφιμα που είχαν στα μικρά τους καΐκια με φρέσκια τροφή. Η μακρόχρονη πείρα, που μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά, τους εξασφάλιζε τους αναγκαίους φυσικούς πόρους. Για μεγαλύτερα ταξίδια χρησιμοποιούσαν τους πορτολάνους, δηλαδή βιβλία με οδηγίες για τα λιμάνια και την προσέγγισή τους, τους ανέμους που επικρατούσαν σε κάθε περιοχή και τις τοποθεσίες που θα έβρισκαν νερό. Και πάλι όμως για να συμπληρώσουν την τροφή τους έπρεπε να καταφύγουν στα όσα είχε συσσωρεύσει η πείρα των προηγούμενων γενεών, για τους βιότοπους και τις τροφές που παρείχαν.

Οι πέρδικες ήταν ένα συνηθισμένο κυνήγι των ναυτικών στην εποχή των ιστιοφόρων, η οποία κράτησε μέχρι τη δεκαετία του 1950. Οι νησιώτικες πέρδικες (Alectoris chukar) αφθονούσαν στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά αλλά δεν υπήρχαν στις βραχονησίδες, όπου πολλές φορές έριχναν τους ναυτικούς οι αέρηδες και οι φουρτούνες. Αλλά και στα βραχόνησα οι ναυτικοί είχαν εντοπίσει φρέσκια τροφή. Ήταν τα γεράκια που φωλιάζουν στους γκρεμούς των νησιών. Η μαρτυρία ενός διάσημου στην εποχή του επιστήμονα είναι αποκαλυπτική.

Ο Γάλλος γιατρός και βοτανολόγος Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort) ήρθε το 1700, με βασιλική αποστολή, για μελέτες στο Αιγαίο. Το Σεπτέμβριο του 1700 ταξίδευε για την Πάτμο, όπου σκόπευε να επισκεφτεί το ξακουστό μοναστήρι του Θεολόγου, αλλά τα δυνατά μελτέμια ανάγκασαν το καράβι του να βρει καταφύγιο στη Δονούσα.

Προσπάθησε να σαλπάρει και πάλι για την Πάτμο αλλά ο καιρός κρατούσε για μέρες και τον έριξε στα νερά της Αμοργού. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1700 το καράβι του Τουρνεφόρ βρήκε καταφύγιο στη Νικουριά, ένα νησάκι που σχεδόν κολλάει στην Αμοργό και σχηματίζει έναν προστατευμένο από τους βοριάδες ευρύχωρο κόλπο. Εκεί οι Έλληνες ναυτικοί για τροφή κατέφυγαν στις πέρδικες. Γράφει ο Τουρνεφόρ σχετικά:

«Η Νικουριά είναι ένας μαρμάρινος όγκος, στον οποίο δεν βλέπει κανείς παρά μόνον κατσίκες και κόκκινες πέρδικες, καταπληκτικής ομορφιάς, που μας αποζημίωσαν για την κακοπέραση που είχαμε στη Δονούσα. Οι Έλληνες της ακολουθίας μας έπιασαν πολλές. Αυτές οι πέρδικες ήταν κάπως σκληρές και στεγνές, αλλά μας φάνηκαν εξίσου νόστιμες με εκείνες του Περιγκόρ».

Τις επόμενες μέρες ο Γάλλος επιστήμονας περιηγήθηκε στην Αμοργό και μετά συνέχισε το ταξίδι του. Διηγείται ο Τουρνεφόρ:

«Στις 22 Σεπτεμβρίου, καθώς περνούσαμε πολύ κοντά από τον Καλόγερο, μια παρά πολύ απότομη βραχονησίδα 12 μίλια από την Αμοργό, ο καπετάνιος του καραβιού μας αποφάσισε ν’ ανέβει πάνω στα βράχια και να πιάσει γεράκια. Ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μόνο την ισορροπία του ναυτικού αλλά και τις ικανότητες του ορειβάτη να σκαρφαλώνει στους βράχους με εκπληκτική ευλυγισία. Τα γεράκια φαγώθηκαν χωρίς το κρέας τους να σιτέψει, όπως συνηθίζουν στην Ανατολή. Τα πουλιά αυτά είχαν λευκή τρυφερή σάρκα, με εξαιρετική γεύση. Θα είναι ακόμα πιο νόστιμα, αν ψηθούν τυλιγμένα σε λαρδί. Τα δικά μας ψήθηκαν στα κάρβουνα και τα φάγαμε χωρίς πιπέρι ή ξύδι».

Αυτά τα πουλιά, λοιπόν, με τη «λευκή τρυφερή σάρκα και την εξαιρετική γεύση» δεν ήταν άλλα από νεοσσούς μαυροπετρίτη (Falco eleonorae). Ο μαυροπετρίτης, που σε πολλά νησιά λέγεται και «βαρβάκι», είναι ένα είδος γερακιού που ξεχειμωνιάζει στο μεγάλο νησί της Μαδαγασκάρης, στη νοτιοανατολική Αφρική, κι ανεβαίνει στην Μεσόγειο για να αναπαραχθεί.

Το χαρακτηριστικό του είναι ότι φωλιάζει πολύ αργότερα από τα άλλα πουλιά, γύρω στα τέλη Ιουλίου, και οι νεοσσοί του ξεπετιούνται από τα αυγά στα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου. Αυτή η ιδιορρυθμία του μαυροπετρίτη οφείλεται στην ειδίκευσή του να κυνηγάει πουλιά και μεγάλα έντομα για τροφή. Από τον Σεπτέμβρη, που αρχίζει ο φθινοπωρινός κύκλος μετανάστευσης των πουλιών, βρίσκει άφθονη τροφή για να μεγαλώσει τα μικρά του, στα περάσματα του Αιγαίου.

Ο μαυροπετρίτης φωλιάζει στους γκρεμούς των νησιών. Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από τους Έλληνες ναυτικούς του Αιγαίου, που χρησιμοποίησαν τους νεοσσούς του μαυροπετρίτη για να εξασφαλίζουν φρέσκια τροφή το φθινόπωρο στα σκληρά ταξίδια τους την εποχή των ιστιοφόρων. Τα περιστατικά που περιγράφει ο Τουρνεφόρ το 1700, από τα βραχόνησα της Νικουριάς και του Καλόγερου, δείχνουν πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζε στη ζωή των ναυτικών και γενικότερα των νησιωτών από την προϊστορία μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, η γνώση του φυσικού περιβάλλοντος. Ακόμα και στις βραχονησίδες. Σήμερα οι νεαροί μαυροπετρίτες δεν κυνηγιούνται.

Το επιστημονικό όνομα "eleonorae" του μαυροπετρίτη δόθηκε για να τιμηθεί η πριγκίπισσα Ελεονόρα της Σαρδηνίας που νομοθέτησε την επιβολή βαρύτατων ποινών με σκοπό να αποτρέψει «την απομάκρυνση των μικρών γερακιών από τις φωλιές τους». Την περιγραφή και την ονοματοδοσία του μαυροπετρίτη έκανε ο ιταλός Τζουζέπε Τσένε το 1839.

Οι μαυροπετρίτες ξεχειμωνιάζουν στην Μαδαγασκάρη. Έρχονται στην Μεσόγειο για να αναπαραχθούν. Η Ελλάδα φιλοξενεί από την άνοιξη το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού τους. Φωλιάζουν σε βραχονησίδες και γκρεμούς. Οι μεγαλύτερες αποικίες τους βρίσκονται στο νότιο Αιγαίο. Φτάνουν όμως μέχρι τις Βόρειες Σποράδες και την Λήμνο. Στο Ιόνιο Πέλαγος έχουν εντοπιστεί αποικίες τους στην Ζάκυνθο και την Κέρκυρα.

Νίκος Νικητίδης



βραχονησίδα Άβελας της Ηρακλειάς
31/05/2011
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς


Πτεροφάλαινα στο Αργοστόλι

Κεφαλονιά 1954
Πτεροφάλαινα στον μώλο του Αργοστολίου
φωτογραφία του ντόπιου φωτογράφου Γ. Πετράτου

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Streptopelia decaocto δεκαοχτούρα

Αθήνα 14/09/2013

Η δεκαοχτούρα (Streptopelia decaocto) ανήκει στην οικογένεια των περιστεριών. Το όνομά της προέρχεται από τη φωνή της που μοιάζει με τον ελληνικό αριθμό "δεκαοκτώ". Δεν ζούσε στην Ελλάδα αλλά τις τελευταίες δεκαετίες επεκτάθηκε και στη χώρα μας από τη Μικρά Ασία. Ο αποικισμός της ξεκίνησε από τα βορειοδυτικά και σταδιακά επεκτάθηκε στη νότια χώρα και τα νησιά. Μόλις πριν λίγα χρόνια έφτασε και στην Κρήτη. Οι λόγοι της επέκτασής της είναι αδιευκρίνιστοι. Από την Ευρασία αποίκισε και τη Βόρεια Αμερική. Έχει μπει μαζικά στις πόλεις όπου και αναπαράγεται. Φωλιάζει σε δέντρα.

Αθήνα 05/11/2012

Αθήνα 24/02/2010


Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Κολχικά, οι προάγγελοι του χειμώνα

Τα κολχικά είναι βολβώδη φυτά, με άνθη σε μορφή  κρίνου. Όλα τα μέρη τους είναι δηλητηριώδη. Υποτίθεται ότι το δηλητήριό τους (την κολχικίνη)  χρησιμοποίησε η μάγισσα Μήδεια (κόρη του Αιήτη,  βασιλιά των Κόλχων), για να βοηθήσει τον Ιάσονα, τον αρχηγό της Αργοναυτικής Εκστρατείας στην Κολχίδα. Έτσι, στα φυτά αυτά δόθηκε από τους σύγχρονους βοτανικούς το όνομα της αρχαίας χώρας των Κόλχων, της Κολχίδας. Ο πατριάρχης των Ελλήνων βοτανικών, Θεόδωρος Ορφανίδης, διηγείται τον 19ο αιώνα πως έλυσε το μυστήριο του ξαφνικού θανάτου αλόγων και λοιπών υποζυγίων στην ορεινή Κορινθία, ανακαλύπτοντας ότι είχαν φάει στα βοσκοτόπια τους κολχικά.

Στην Ελλάδα φύονται 31 είδη κολχικών, από τα οποία τα 12 είναι ενδημικά. Τα περισσότερα έχουν φθινοπωρινή άνθηση και μερικά ανθίζουν από τις αρχές ή τα μέσα Αυγούστου, προαναγγέλοντας το φθινόπωρο και τον χειμώνα που έρχονται, με την αναγέννηση της ελληνικής φύσης μετά το σκληρό ξηροθερμικό καλοκαίρι. 

Η άνθηση των κολχικών αρχίζει από τα βόρεια προς τα νότια και από τα ψηλά προς τα χαμηλά, ανάλογα με τη μέση θερμοκρασία κάθε περιοχής. Για παράδειγμα, ένα από τα πρώτα κολχικά που αρχίζουν να ανθίζουν από τον Αύγουστο στην ορεινή και την ορομεσογειακή (αλπική) ζώνη του Παρνασσού, της Γκιώνας και του Ελικώνα είναι το Colchicum parnassicum. 

Περισσότερες πληροφορίες για πολλά είδη κολχικών, υπάρχουν στο:



Colchicum parnassicum
Παρνασσός 18/08/2010


Colchicum ligulatum
Πάρνηθα 03/09/2009 Φυλή

Colchicum bivonae
Πάρνηθα 05/09/2009

Colchicum sfikasianum
Υμηττός 01/09/2009

Colchicum cupanii
Άμφισσα 31/10/2009


Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Muscicapa striata σταχτομυγοθήρας

Πάρνηθα 01/09/2013

Καλοκαιρινός επισκέπτης ο Σταχτομυγοχάφτης (Muscicapa striata) έρχεται σε όλη την Ελλάδα για την αναπαραγωγή του. Φωλιάζει από τα χαμηλά υψόμετρα (κήποι, πάρκα) μέχρι τα βουνά (κουφάλες δέντρων, αναρριχώμενα φυτά). Το μήκος του φτάνει τα 14 εκατοστά. Ζει μοναχικά. Παραμονεύει τα έντομα και μόλις τα πιάσει ξαναγυρίζει στην αρχική του θέση. Το παλιό λόγιο όνομα για τα πουλιά αυτού του είδους είναι «μυγοθήρας» αλλά η ΕΟΕ μάλλον σε μία έξαρση ακραίου δημοτικισμού επέβαλε το όνομα «μυγοχάφτης»


Πάρνηθα 30/09/2012