ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Xysticus sp. αράχνη σε φυτό Ballota acetabulosa (λουμίνι)

 Πάρνηθα 06/07/2011

Μια αραχνούλα του γένους Xysticus παραμονεύει για κάποιο έντομο δίπλα σε ένα λουλούδι της  Ballota acetabulosa (λυχναράκι, λουμίνι) της οικογένειας των Χειλανθών (Labiatae).

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Polistes dominula

Τουρκοβούνια 07/06/2007

Οι σφήκες Polistes dominula είναι γνωστές στους περισσότερους από τις «χάρτινες» φωλιές που κάνουν σε σκιερά και προστατευμένα μέρη. Τσιμπάνε μόνο αν ενοχληθεί η φωλιά τους, που κρέμεται από έναν μίσχο. Είναι ωφέλιμες, γιατί τρέφονται με κάμπιες που προσβάλουν τα φυτά: από το γρασίδι και τις ντομάτες μέχρι το γιασεμί.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Pontia edusa

Πάρνηθα 01/01/2012

Η Pontia edusa είναι μία μεσαίου μεγέθους μεταναστευτική πεταλούδα της οικογένειας των Πιεριδών (Pieridae). Η κατανομή της περιλαμβάνει κυρίως τη Νότια Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, αλλά ορισμένα άτομα μπορεί να φθάσουν μέχρι τη Σκανδιναβία. Το πάνω μέρος των φτερών είναι λευκό με μαύρες κηλίδες στα άκρα και το κάτω έχει πράσινα-γκρίζα σχέδια. Πετούν από τον Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο (σε πιο θερμές περιοχές). Οι κάμπιες της τρέφονται με είδη του γένους της Ρεζεντά (Resedaceae). Οι βιότοποί της περιλαμβάνουν λιβάδια με λουλούδια και πετρώδεις περιοχές.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Falco eleonorae - Φθινόπωρο, ο καιρός του μαυροπετρίτη

Δύο μαυροπετρίτες κυνηγούν έναν μοναχικό χαλικοκυλιστή (Arenaria interpres) κοντά σε μια βραχονησίδα της Ρόδου.
photo (c) Michalis Komkotos Μιχάλης Κομκοτός
από το βιβλίο «AEGEAN WINGS» - ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ»
εκδόσεις Nikos Kasseris Publications, Ρόδος


Τα κυκλαδίτικα νησιά είναι σήμερα τουριστικοί παράδεισοι. Μέχρι πριν λίγα χρόνια όμως αυτά που κυριαρχούσαν ήταν η στέρηση, η φτώχια και ο συνεχής αγώνας με τη φύση. Η φτώχια και η ξηρότητα των νησιών, ο αγώνας με τα στοιχεία της φύσης και οι μεγάλες δυσκολίες στα ταξίδια με τα ιστιοφόρα είχαν αναγκάσει τους Κυκλαδίτες, (και γενικά τους Αιγαιοπελαγίτες) ναυτικούς να γνωρίζουν και να εκμεταλλεύονται κάθε διαθέσιμο πόρο για νερό και τροφή.

Οι δυνατοί άνεμοι και οι φουρτούνες απέκλειαν για πολλές μέρες τους ναυτικούς σε ερημονησίδες, μικρόνησα και ερημικούς όρμους, όπου έπρεπε να συμπληρώσουν τα λίγα τρόφιμα που είχαν στα μικρά τους καΐκια με φρέσκια τροφή. Η μακρόχρονη πείρα, που μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά, τους εξασφάλιζε τους αναγκαίους φυσικούς πόρους. Για μεγαλύτερα ταξίδια χρησιμοποιούσαν τους πορτολάνους, δηλαδή βιβλία με οδηγίες για τα λιμάνια και την προσέγγισή τους, τους ανέμους που επικρατούσαν σε κάθε περιοχή και τις τοποθεσίες που θα έβρισκαν νερό. Και πάλι όμως για να συμπληρώσουν την τροφή τους έπρεπε να καταφύγουν στα όσα είχε συσσωρεύσει η πείρα των προηγούμενων γενεών, για τους βιότοπους και τις τροφές που παρείχαν.

Οι πέρδικες ήταν ένα συνηθισμένο κυνήγι των ναυτικών στην εποχή των ιστιοφόρων, η οποία κράτησε μέχρι τη δεκαετία του 1950. Οι νησιώτικες πέρδικες (Alectoris chukar) αφθονούσαν στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά αλλά δεν υπήρχαν στις βραχονησίδες, όπου πολλές φορές έριχναν τους ναυτικούς οι αέρηδες και οι φουρτούνες. Αλλά και στα βραχόνησα οι ναυτικοί είχαν εντοπίσει φρέσκια τροφή. Ήταν τα γεράκια που φωλιάζουν στους γκρεμούς των νησιών. Η μαρτυρία ενός διάσημου στην εποχή του επιστήμονα είναι αποκαλυπτική.

Ο Γάλλος γιατρός και βοτανολόγος Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort) ήρθε το 1700, με βασιλική αποστολή, για μελέτες στο Αιγαίο. Το Σεπτέμβριο του 1700 ταξίδευε για την Πάτμο, όπου σκόπευε να επισκεφτεί το ξακουστό μοναστήρι του Θεολόγου, αλλά τα δυνατά μελτέμια ανάγκασαν το καράβι του να βρει καταφύγιο στη Δονούσα.

Προσπάθησε να σαλπάρει και πάλι για την Πάτμο αλλά ο καιρός κρατούσε για μέρες και τον έριξε στα νερά της Αμοργού. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1700 το καράβι του Τουρνεφόρ βρήκε καταφύγιο στη Νικουριά, ένα νησάκι που σχεδόν κολλάει στην Αμοργό και σχηματίζει έναν προστατευμένο από τους βοριάδες ευρύχωρο κόλπο. Εκεί οι Έλληνες ναυτικοί για τροφή κατέφυγαν στις πέρδικες. Γράφει ο Τουρνεφόρ σχετικά:

«Η Νικουριά είναι ένας μαρμάρινος όγκος, στον οποίο δεν βλέπει κανείς παρά μόνον κατσίκες και κόκκινες πέρδικες, καταπληκτικής ομορφιάς, που μας αποζημίωσαν για την κακοπέραση που είχαμε στη Δονούσα. Οι Έλληνες της ακολουθίας μας έπιασαν πολλές. Αυτές οι πέρδικες ήταν κάπως σκληρές και στεγνές, αλλά μας φάνηκαν εξίσου νόστιμες με εκείνες του Περιγκόρ».

Τις επόμενες μέρες ο Γάλλος επιστήμονας περιηγήθηκε στην Αμοργό και μετά συνέχισε το ταξίδι του. Διηγείται ο Τουρνεφόρ:

«Στις 22 Σεπτεμβρίου, καθώς περνούσαμε πολύ κοντά από τον Καλόγερο, μια παρά πολύ απότομη βραχονησίδα 12 μίλια από την Αμοργό, ο καπετάνιος του καραβιού μας αποφάσισε ν’ ανέβει πάνω στα βράχια και να πιάσει γεράκια. Ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μόνο την ισορροπία του ναυτικού αλλά και τις ικανότητες του ορειβάτη να σκαρφαλώνει στους βράχους με εκπληκτική ευλυγισία. Τα γεράκια φαγώθηκαν χωρίς το κρέας τους να σιτέψει, όπως συνηθίζουν στην Ανατολή. Τα πουλιά αυτά είχαν λευκή τρυφερή σάρκα, με εξαιρετική γεύση. Θα είναι ακόμα πιο νόστιμα, αν ψηθούν τυλιγμένα σε λαρδί. Τα δικά μας ψήθηκαν στα κάρβουνα και τα φάγαμε χωρίς πιπέρι ή ξύδι».

Αυτά τα πουλιά, λοιπόν, με τη «λευκή τρυφερή σάρκα και την εξαιρετική γεύση» δεν ήταν άλλα από νεοσσούς μαυροπετρίτη (Falco eleonorae). Ο μαυροπετρίτης, που σε πολλά νησιά λέγεται και «βαρβάκι», είναι ένα είδος γερακιού που ξεχειμωνιάζει στο μεγάλο νησί της Μαδαγασκάρης, στη νοτιοανατολική Αφρική, κι ανεβαίνει στην Μεσόγειο για να αναπαραχθεί.

Το χαρακτηριστικό του είναι ότι φωλιάζει πολύ αργότερα από τα άλλα πουλιά, γύρω στα τέλη Ιουλίου, και οι νεοσσοί του ξεπετιούνται από τα αυγά στα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου. Αυτή η ιδιορρυθμία του μαυροπετρίτη οφείλεται στην ειδίκευσή του να κυνηγάει πουλιά και μεγάλα έντομα για τροφή. Από τον Σεπτέμβρη, που αρχίζει ο φθινοπωρινός κύκλος μετανάστευσης των πουλιών, βρίσκει άφθονη τροφή για να μεγαλώσει τα μικρά του, στα περάσματα του Αιγαίου.

Ο μαυροπετρίτης φωλιάζει στους γκρεμούς των νησιών. Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από τους Έλληνες ναυτικούς του Αιγαίου, που χρησιμοποίησαν τους νεοσσούς του μαυροπετρίτη για να εξασφαλίζουν φρέσκια τροφή το φθινόπωρο στα σκληρά ταξίδια τους την εποχή των ιστιοφόρων. Τα περιστατικά που περιγράφει ο Τουρνεφόρ το 1700, από τα βραχόνησα της Νικουριάς και του Καλόγερου, δείχνουν πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζε στη ζωή των ναυτικών και γενικότερα των νησιωτών από την προϊστορία μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, η γνώση του φυσικού περιβάλλοντος. Ακόμα και στις βραχονησίδες. Σήμερα οι νεαροί μαυροπετρίτες δεν κυνηγιούνται.

Το επιστημονικό όνομα "eleonorae" του μαυροπετρίτη δόθηκε για να τιμηθεί η πριγκίπισσα Ελεονόρα της Σαρδηνίας που νομοθέτησε την επιβολή βαρύτατων ποινών με σκοπό να αποτρέψει «την απομάκρυνση των μικρών γερακιών από τις φωλιές τους». Την περιγραφή και την ονοματοδοσία του μαυροπετρίτη έκανε ο ιταλός Τζουζέπε Τσένε το 1839.

Οι μαυροπετρίτες ξεχειμωνιάζουν στην Μαδαγασκάρη. Έρχονται στην Μεσόγειο για να αναπαραχθούν. Η Ελλάδα φιλοξενεί από την άνοιξη το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού τους. Φωλιάζουν σε βραχονησίδες και γκρεμούς. Οι μεγαλύτερες αποικίες τους βρίσκονται στο νότιο Αιγαίο. Φτάνουν όμως μέχρι τις Βόρειες Σποράδες και την Λήμνο. Στο Ιόνιο Πέλαγος έχουν εντοπιστεί αποικίες τους στην Ζάκυνθο και την Κέρκυρα.

Νίκος Νικητίδης



βραχονησίδα Άβελας της Ηρακλειάς
31/05/2011
photo (c) Γιάννης Γαβαλάς


Πτεροφάλαινα στο Αργοστόλι

Κεφαλονιά 1954
Πτεροφάλαινα στον μώλο του Αργοστολίου
φωτογραφία του ντόπιου φωτογράφου Γ. Πετράτου

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Streptopelia decaocto δεκαοχτούρα

Αθήνα 14/09/2013

Η δεκαοχτούρα (Streptopelia decaocto) ανήκει στην οικογένεια των περιστεριών. Το όνομά της προέρχεται από τη φωνή της που μοιάζει με τον ελληνικό αριθμό "δεκαοκτώ". Δεν ζούσε στην Ελλάδα αλλά τις τελευταίες δεκαετίες επεκτάθηκε και στη χώρα μας από τη Μικρά Ασία. Ο αποικισμός της ξεκίνησε από τα βορειοδυτικά και σταδιακά επεκτάθηκε στη νότια χώρα και τα νησιά. Μόλις πριν λίγα χρόνια έφτασε και στην Κρήτη. Οι λόγοι της επέκτασής της είναι αδιευκρίνιστοι. Από την Ευρασία αποίκισε και τη Βόρεια Αμερική. Έχει μπει μαζικά στις πόλεις όπου και αναπαράγεται. Φωλιάζει σε δέντρα.

Αθήνα 05/11/2012

Αθήνα 24/02/2010


Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Κολχικά, οι προάγγελοι του χειμώνα

Τα κολχικά είναι βολβώδη φυτά, με άνθη σε μορφή  κρίνου. Όλα τα μέρη τους είναι δηλητηριώδη. Υποτίθεται ότι το δηλητήριό τους (την κολχικίνη)  χρησιμοποίησε η μάγισσα Μήδεια (κόρη του Αιήτη,  βασιλιά των Κόλχων), για να βοηθήσει τον Ιάσονα, τον αρχηγό της Αργοναυτικής Εκστρατείας στην Κολχίδα. Έτσι, στα φυτά αυτά δόθηκε από τους σύγχρονους βοτανικούς το όνομα της αρχαίας χώρας των Κόλχων, της Κολχίδας. Ο πατριάρχης των Ελλήνων βοτανικών, Θεόδωρος Ορφανίδης, διηγείται τον 19ο αιώνα πως έλυσε το μυστήριο του ξαφνικού θανάτου αλόγων και λοιπών υποζυγίων στην ορεινή Κορινθία, ανακαλύπτοντας ότι είχαν φάει στα βοσκοτόπια τους κολχικά.

Στην Ελλάδα φύονται 31 είδη κολχικών, από τα οποία τα 12 είναι ενδημικά. Τα περισσότερα έχουν φθινοπωρινή άνθηση και μερικά ανθίζουν από τις αρχές ή τα μέσα Αυγούστου, προαναγγέλοντας το φθινόπωρο και τον χειμώνα που έρχονται, με την αναγέννηση της ελληνικής φύσης μετά το σκληρό ξηροθερμικό καλοκαίρι. 

Η άνθηση των κολχικών αρχίζει από τα βόρεια προς τα νότια και από τα ψηλά προς τα χαμηλά, ανάλογα με τη μέση θερμοκρασία κάθε περιοχής. Για παράδειγμα, ένα από τα πρώτα κολχικά που αρχίζουν να ανθίζουν από τον Αύγουστο στην ορεινή και την ορομεσογειακή (αλπική) ζώνη του Παρνασσού, της Γκιώνας και του Ελικώνα είναι το Colchicum parnassicum. 

Περισσότερες πληροφορίες για πολλά είδη κολχικών, υπάρχουν στο:



Colchicum parnassicum
Παρνασσός 18/08/2010


Colchicum ligulatum
Πάρνηθα 03/09/2009 Φυλή

Colchicum bivonae
Πάρνηθα 05/09/2009

Colchicum sfikasianum
Υμηττός 01/09/2009

Colchicum cupanii
Άμφισσα 31/10/2009


Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Muscicapa striata σταχτομυγοθήρας

Πάρνηθα 01/09/2013

Καλοκαιρινός επισκέπτης ο Σταχτομυγοχάφτης (Muscicapa striata) έρχεται σε όλη την Ελλάδα για την αναπαραγωγή του. Φωλιάζει από τα χαμηλά υψόμετρα (κήποι, πάρκα) μέχρι τα βουνά (κουφάλες δέντρων, αναρριχώμενα φυτά). Το μήκος του φτάνει τα 14 εκατοστά. Ζει μοναχικά. Παραμονεύει τα έντομα και μόλις τα πιάσει ξαναγυρίζει στην αρχική του θέση. Το παλιό λόγιο όνομα για τα πουλιά αυτού του είδους είναι «μυγοθήρας» αλλά η ΕΟΕ μάλλον σε μία έξαρση ακραίου δημοτικισμού επέβαλε το όνομα «μυγοχάφτης»


Πάρνηθα 30/09/2012