ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Sparisoma cretense σκάρος

Νάξος 14/09/2009 Naxos

Ο σκάρος είναι ψάρι των θερμών θαλασσών. Από τα 10 είδη σκάρων τα 9 ζουν στις τροπικές θάλασσες. Στην Ελλάδα τον βρίσκουμε κυρίως στα νερά της Κρήτης (από την οποία και ονομάστηκε) και των Κυκλάδων. Το σώμα του είναι επίμηκες, ελαφρά πεπιεσμένο στις πλευρές και καλύπτεται από μεγάλα λέπια. Το πάνω σαγόνι προεξέχει και μοιάζει με ράμφος παπαγάλου, γι’ αυτό και τον λένε παπαγάλο της θάλασσας. Το αρσενικό έχει χρώμα μαυροπράσινο. Το θηλυκό είναι πολύχρωμο με κυρίαρχο το κόκκινο χρώμα, όπως αυτό της φωτογραφίας. Όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης είναι το μόνο ψάρι που μηρυκάζει, όπως οι κατσίκες.

Οι ψαράδες συνηθίζουν να συλλαμβάνουν ζωντανό έναν κόκκινο θηλυκό σκάρο, όπως αυτόν της φωτογραφίας. Τον δένουν πίσω από την βάρκα και τον τραβάνε σιγά σιγά σε περιοχή όπου υπάρχουν πολλοί αρσενικοί γκριζόμαυροι σκάροι. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα ένα κοφίνι γεμάτο αρσενικούς σκάρους.

Οι σκάροι τρελαίνονται για τα κολοκυθόφυλλα τα οποία συχνά χρησιμοποιούνται ως δόλωμα για το ψάρεμα τους. Η τροφή τους αποτελείται  από ψιλό φύκι, καβουράκια και πεταλίδες. Ο σκάρος τρώγεται ακαθάριστος και μαζί με όλα του τα εντόσθια, αρκεί να έχει ψαρευτεί νηστικός. Πρέπει όμως να βγει η χολή του, την οποία οι νησιώτες την βγάζουν με ένα σπίρτο ή μια οδοντογλυφίδα.

Οι σκάροι γίνονται ψητοί στα κάρβουνα ή στην χόβολη. Στην Κρήτη τους κάνουν και πλακί στην κατσαρόλα ή με μπάμιες στο φούρνο.

Το σημερινό όνομα του σκάρου είναι ίδιο με το αρχαίο και προέρχεται από το ρήμα σκαίρω (=σπαρταράω, χοροπηδώ). Στη στεριανή Ελλάδα «σκάρος» λέγεται η έξοδος του κοπαδιού και γενικά η βοσκή.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η επιμήκυνση της γερμανικής κατοχής στην ελληνική φύση

Με όλη αυτή την προπαγάνδα για τους Γερμανούς φορολογούμενους θα καταντήσουμε να αισθανόμαστε… ενοχές που αγοράζουμε γερμανικά αυτοκίνητα, πληρώνουμε γερμανικά υποβρύχια (ακόμα κι αν γέρνουν), κινούμαστε στο μετρό με γερμανικούς συρμούς της… «αδιάφθορης» Σήμενς και… διαφθειρόμαστε με γερμανικές μίζες. Έτσι όπως το πάνε με αυτά που λέγονται και αποφασίζονται στην Γερμανία ίσως τελικά να πρέπει να αισθανόμαστε ένοχοι και για την αντίστασή μας στη γερμανική κατοχή. 

Η γερμανική κατοχή 1941-44 με την επιβολή αναγκαστικών δανείων, την πείνα, τα βασανιστήρια, τις καταστροφές χωριών και τις μαζικές εκτελέσεις άφησε βαθιά τραύματα στις γενιές των πατεράδων και των παππούδων μας, που σε ένα βαθμό τα μετέφεραν και σε μας. Η παλιά ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη, που επαναλαμβάνεται συχνά από την τηλεόραση, δείχνει την απέχθεια που είχαν οι Έλληνες για την γερμανική κατοχή.

Η λεηλασία της Ελλάδας από τους Γερμανούς ήταν τόσο καθολική, ώστε δεν εξαίρεσαν και την ελληνική φύση. Για παράδειγμα, το 1942 Γερμανοί βοταναλόγοι σάρωσαν την Ελλάδα και συγκέντρωσαν γενετικό υλικό από χιλιάδες άγρια φυτά και εκατοντάδες ποικιλίες καλλιεργήσιμων φυτών. Στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν βελτιωμένες ποικιλίες. Το γενετικό υλικό από τα ελληνικά φυτά συγκεντρώθηκε στο ινστιτούτο IPK του Γκατερσλέμπεν. Πρόσφατα ένα ποσοστό σπόρων από ποικιλίες σταριού, κριθαριού, βρώμης και λαθουριού επαναπατρίστηκε στο Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων.

Και να ήταν μόνον αυτό; Η επιμήκυνση της γερμανικής κατοχής στην ελληνική φύση συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα και αρχίζει πολύ πριν αποφασίσει η… «αγαπημένη» μας κυρία Μέρκελ να διαπραγματευτεί την επιμήκυνση του χρέους της ελληνικής οικονομίας.

Η ορχιδέα ενός Βούλγαρου βασιλιά

Ας ξεχάσουμε για λίγο την Μέρκελ και τους Γερμανούς φορολογούμενους, για να πάμε πίσω στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Βρισκόμαστε στο 1943. Η Ελλάδα στενάζει από τη γερμανική μπότα και η Μακεδονία από την απάνθρωπη βουλγαρική κατοχή. Το 1943 δύο βοτανολόγοι από τις δύο χώρες του ναζιστικού Άξονα δημοσιεύουν μια επιστημονική ανακοίνωση για ένα νέο φυτό από την Ελλάδα. Ο Βούλγαρος Μπόρις Αχτάρωφ και ο Γερμανός Β. Κέλερερ περιγράφουν μία νέα ορχιδέα από την Ρόδο και της δίνουν το όνομα «Οφρύς του βασιλιά Φερδινάνδου» (Ophrys regis-ferdinandi), για να τιμήσουν τον τότε βασιλιά της Βουλγαρίας Φερδινάνδο Α’ (1861-1945).

Η Ophrys regis-ferdinandi από την Ρόδο
Η ελληνική ορχιδέα του… Βούλγαρου βασιλιά Φερδινάνδου, μιμείται ένα σκαθάρι με μακρόστενο γυαλιστερό κέλυφος και πολλές τρίχες. «Τρίχες» πάντως αποδείχτηκε η βιωσιμότητα τoυ βασιλιά της Βουλγαρίας, που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς ναζιστές και εκδιώχθηκε. Παρ’ όλ’ αυτά, ένα φυτό του Αιγαίου που ανθίζει σε Ρόδο, Σύμη, Τήλο, Σάμο και Χίο συνεχίζει να ονομάζεται «ορχιδέα του Βούλγαρου βασιλιά Φερδινάνδου», με περιγραφή από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.

Όμως η επιμήκυνση της γερμανικής κατοχής στην ελληνική φύση επεκτείνεται σε στεριά και θάλασσα. Από την επιμήκυνση αυτή δεν λείπει και ο αναπόφευκτος… «αμερικανικός δάκτυλος». Ας δούμε πρώτα τι γίνεται στη στεριά.

Οι γερμανοί της στεριάς


Το φυτό Solanum elaeagnifolium είναι ιθαγενές της Νοτίου και Κεντρικής Αμερικής. Είναι φυτό επιγενές, δηλαδή ήρθε στον τόπο μας από άλλα μέρη. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη ντομάτα και τη μελιτζάνα, μόνο που είναι πολύ επιθετικό, δηλητηριώδες και επιβλαβές ζιζάνιο. Συγγενικά του είδη είναι ο στύφνος (Solanum nigrum) και η αγριοκαρπουζιά (Solanum rostratum). Το λαϊκό του όνομα είναι «γερμανός».

Ο «γερμανός» πρωτοεμφανίστηκε το 1927 κοντά στη Θεσσαλονίκη. Πιθανολογείται ότι σπόροι του βρίσκονταν σε αμερικάνικα λιπάσματα ή αργεντίνικα σιτηρά, που είχαν εισαχθεί τότε στη συμπρωτεύουσα. Οι Θεσσαλονικείς παρατήρησαν το φυτό σε μεγάλους αριθμούς στην περίοδο της γερμανικής Κατοχής, το συνάρτησαν με τους Γερμανούς και το ονόμασαν «γερμανό». Άλλες λαϊκές του ονομασίες είναι «αγριοντοματιά» και «αγριομελιτζανιά» από τους σφαιρικούς καρπούς του που μοιάζουν με ντοματάκια ή από την μορφή των λουλουδιών του που μοιάζουν με της μελιτζάνας. Την άνοιξη και το καλοκαίρι τα πρανή πολλών δρόμων και χωραφιών είναι κατάφυτα από ανθισμένους «γερμανούς», οι οποίοι πλέον έχουν εισβάλλει και μέσα στις πόλεις κατακτώντας παρτέρια και πλατείες ακόμα και μέσα στην Αθήνα.

Ο «γερμανός» είναι ζιζάνιο των ανοιξιάτικων φυτών μεγάλης καλλιέργειας, των δενδρωδών καλλιεργειών και του αμπελιού. Θεωρείται από τα πιο ανταγωνιστικά ζιζάνια στις καλλιέργειες του βαμβακιού (Gossypium hirsutum) και της φιστικιάς (Arachis hypogaea). Η ζημιά των καλλιεργούμενων φυτών δεν οφείλεται μόνο στον ανταγωνισμό του «γερμανού» αλλά και στις τοξικές ουσίες που εκκρίνει στο περιβάλλον. Επίσης οι «γερμανοί» είναι ξενιστές επιβλαβών εντόμων (Lygus hesperus) και μυκήτων (Rhizoctonia solani, Cercospora atromarginalis, Verticillium albo-atrum).

Μελέτη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τογρίδου, Α., Σγαρδέλης, Σ. & Παντής, Ι) έδειξε ότι ο «γερμανός» αντέχει την ρύπανση και την πίεση του αστικού περιβάλλοντος και ότι «παρουσιάζει πλαστικότητα ως προς τις στρατηγικές αύξησης και χωροδιάταξης ανάλογα με την ένταση της περιβαλλοντικής πίεσης που δέχεται, η οποία φαίνεται να του προσδίδει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ειδών». Κι έτσι σαν τα γερμανικά τανκς πάντζερ οι «γερμανοί» κατακτούν όλο και περισσότερους δρόμους, πλατείες και χωράφια το καλοκαίρι, χωρίς τίποτα να μπορεί να τους σταματήσει. Ούτε καν τα προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου…

Οι γερμανοί της θάλασσας


Εκτός από τους εισβολείς «γερμανούς» της στεριάς, υπάρχουν και οι «γερμανοί» εισβολείς της θάλασσας. Πρόκειται για ένα είδος αγριοάσαλπας, που ήρθε στα νερά μας μετά την διάνοιξη  της διώρυγας του Σουέζ. Αυτά τα ψάρια–εισβολείς, που μας ήρθαν από τον Ινδικό Ωκεανό, ονομάζονται «Λεσσεψιανοί μετανάστες», προς τιμήν του Γάλλου μηχανικού Λεσσέψ που άνοιξε την διώρυγα του Σουέζ.
Siganus rivulatus

Η Συμιακή επίτιμη Λυκειάρχης κ. Ελένη Ζαχαρίου – Μαμαλίγκα στο βιβλίο της «Τα ψάρια Σύμης – Ρόδου, Δωδεκανήσου / Οι επιστημονικές, τοπικές, κοινές νεοελληνικές και αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους» (Ρόδος 2000) σημειώνει ότι για το ψάρι «γερμανός» (Siganus rivulatus), η συμιακή ονομασία του είναι «άσπρος γερμανός» και η κοινή ελληνική του ονομασία «άσπρη αγριόσαλπα ή άσπρη προσφυγοπούλα» και μας πληροφορεί τα ακόλουθα:

«Το ψάρι αυτό είναι ο πρώτος Λεσσεψιανός μετανάστης που βρέθηκε στη θαλάσσια περιοχή μας. Στη Σύμη αλιεύτηκε για πρώτη φορά το 1925, κατά τη μαρτυρία του ψαρά Νικήτα Διακοσταματίου (Πισσά), στον οποίο οφείλεται και η συμαϊκή ονομασία του ψαριού αυτού: γερμανός.

«Στις 05/05/1925, μαθητής τότε του Δημοτικού Σχολείου ο Νικήτας Διακοσταματίου (Πισσάς) ψάρευε το απομεσήμερο με καλαμίδι μαζί με ένα συμμαθητή του, στη θέση Μουράγιο του λιμανιού της Σύμης. Σε κάποια στιγμή έπιασαν κάτι ψάρια διαφορετικά από τα συνηθισμένα, και, καθώς τα απαγκίστρωναν, τρυπήθηκαν από τα πτερύγιά τους, ένιωσαν δυνατό πόνο, μάτωσαν και έβαλαν τις φωνές. Στην απορία των περαστικών τι ψάρια ήταν αυτά που τους προκάλεσαν τόσο πόνο, ο μικρός Νικήτας, επηρεασμένος από το πρωινό μάθημα Ιστορίας, κατά το οποίο ο δάσκαλός τους μίλησε για τις αγριότητες των Γερμανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απάντησε: «Άγρια και κακά σαν Γερμανοί». Από τότε τα ψάρια αυτά στη Σύμη ονομάζονται «γερμανοί».

«Κατά τη μαρτυρία του ψαρά Μιχάλη Αλεξόπουλου, οι άσπροι γερμανοί, που εμφανίστηκαν στη θαλάσσια περιοχή της Σύμης γύρω στο 1925, πλησίαζαν την ακτή κοπάδια-κοπάδια. Οι ψαράδες τους έζωναν (=περικύκλωναν) με δίχτυα σε φυκιάδες. Αποτέλεσαν το 5% με 6% περίπου των αλιευμάτων. Από το 1985 με 1986 άρχισαν να μειώνονται, αλλά από το 1991 παρουσιάζονταν πάλι κοπαδάκια-κοπαδάκια. Από το 1996 άρχισαν πάλι να λιγοστεύουν».
Siganus luridus

Εκτός από τους άσπρους, υπάρχουν και οι μαύροι γερμανοί (Siganus lupidus), που κι αυτοί είναι λεσσεψιανοί μετανάστες από τον Ινδικό Ωκεανό. Σύμφωνα με την κ. Ελένη Ζαχαρίου – Μαμαλίγκα, πρωτοεμφανίστηκαν στα Δωδεκάνησα γύρω στο 1935 με 1940. Ήλθαν σε κοπάδια. Εντοπίστηκαν και κοπάδια συνολικού βάρους 500 κιλών. Αποτελούσαν το 20% των αλιευμάτων για τους ψαράδες της Σύμης. Από το 1955 άρχισαν να μειώνονται. Από το 1996 σχημάτισαν και πάλι εμπορεύσιμους πληθυσμούς.

Όπως φαίνεται, η δράση των παλαιών κατακτητών και τώρα πια συμμάχων, συνεταίρων, δανειστών (και ίσως πάλι κατακτητών) μας Γερμανών έχει αφήσει τα σημάδια της στις λαϊκές ονομασίες ειδών της στεριάς και της θάλασσας, επιμηκύνοντας την γερμανική κατοχή στην ελληνική φύση. Οι Γερμανοί τουρίστες πάντως καταβροχθίζουν απτόητοι το καλοκαίρι στα νησιά τους «γερμανούς» τους…

Νίκος Νικητίδης

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Belone belone ζαργάνα

Αίγινα  14/09/2011


Ο Σεπτέμβριος είναι η εποχή της ζαργάνας. Είναι ο μήνας που τα κοπάδια με τις ζαργάνες πλησιάζουν τις ακτές (γιαλώνουν) για να κυνηγήσουν τον γόνο των ψαριών που έχουν αναπαραχθεί το καλοκαίρι, όπως τα κεφαλόπουλα, οι γόπες, οι σαρδέλες και οι αθερίνες.

Η ζαργάνα είναι φοβερός κυνηγός. Κολυμπάει αργά κοντά στην επιφάνεια και με το μακρόστενο σχήμα της ανακατεύεται με τον ελαφρό κυματισμό με τέτοιο τρόπο ώστε δεν διακρίνεται εύκολα, όπως φαίνεται και στην φωτογραφία κάτω. Μόλις πλησιάζει ένα κοπαδάκι με ψαράκια εξαπολύει την επίθεσή της με μεγάλη ταχύτητα, σαν βέλος. Χτυπάει δυνατά με την σουβλερή μύτη της το ψαράκι και το σκοτώνει. Τα άλλα ψαράκια πετιούνται πάνω από το νερό για να γλυτώσουν, δίνοντας μας τις γνώριμες εικόνες στις ακτές τον Σεπτέμβριο. Πολλές φορές οι ζαργάνες κυνηγάνε σε κοπάδια, που αριθμούν πολλές δεκάδες άτομα.

Η ζαργάνα είναι κοσμοπολίτικο είδος. Ζει στην Μεσόγειο, το Εύξεινο Πόντο και στον Ατλαντικό από τη Σενεγάλη μέχρι τη Νορβηγία.


Το επιστημονικό όνομα της ζαργάνας Belone belone παραπέμπει στο σαν βέλος σώμα της κι έχει ελληνική προέλευση (βέλος>βελόνα). «Βελόνα» και «σακοράφα» είναι και τα ελληνικά λαϊκά της ονόματα. Η σημερινή κοινή ελληνική ονομασία «ζαργάνα» προέρχεται από την αρχαία ελληνική «σαργάνη» και την βυζαντινή μετεξέλιξή σε «ζαργάνη».

Η ζαργάνα είναι πολύ νόστιμο ψάρι, με ιδιαίτερη γεύση. Τρώγεται κι ευχάριστα, γιατί έχει ένα λεπτό μεσαίο κόκκαλο που βγαίνει εύκολα. Αυτό το μεσαίο κόκκαλο είναι πράσινο κι έχει την ιδιότητα να φωσφορίζει. Η ζαργάνα γίνεται πλακί στον φούρνο, ψητή αλλά κυρίως τηγανητή. Κι επειδή συνήθως δεν χωράει στο τηγάνι, οι νοικοκυρές καρφώνουν τη σουβλερή μύτη της στη σάρκα της, κάνοντας ένα είδος κύκλου και μετά την τηγανίζουν.


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Cervus elaphus - κόκκινο ελάφι

Ερωτικό κάλεσμα στην Πάρνηθα 17/09/2009

Από τον Σεπτέμβριο αρχίζει η περίοδος αναπαραγωγής του κόκκινου ελαφιού. Το ελάφι ήταν αρκετά διαδεδομένο στο παρελθόν στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα και στην Εύβοια. Μέχρι το 1940 υπήρχε σε όλα τα δάση της Μακεδονίας και της Θράκης. Εξαφανίστηκε από την Ήπειρο τη δεκαετία του 1960. Επιβίωνε στη Σιθωνία της Χαλκιδικής, όπου το 1969 αριθμούσε περισσότερα από 100 άτομα, αλλά πλέον αυτός ο πληθυσμός δεν υπάρχει. Σήμερα ο μοναδικός φυσικός πληθυσμός ελαφιού, 20-30 ατόμων, ζει στα δάση της Ροδόπης. Ένας μικρός πληθυσμός περίπου 10 ελαφιών, που προέρχεται από εισαγωγή ατόμων του υπουργείου Γεωργία από εκτροφείο,  ζει στην παραποτάμια περιοχή των ποταμών Άραχθου και Καλαρίτικου στην Ήπειρο.

Στη Πάρνηθα τα ελάφια αποτελούν το μοναδικό συμπαγή πληθυσμό του είδους που διατηρείται στην Ελλάδα, αν και παρουσιάζουν ενδείξεις εξημέρωσης και οπωσδήποτε ανοχής στην ανθρώπινη παρουσία. Πρόκειται για περίπου 500 άτομα, που όμως είναι πολλά για το οικοσύστημα του βουνού. Η προέλευση των ελαφιών της Πάρνηθας είναι ασαφής. Ο αρχικός τους πληθυσμός προέρχεται με σιγουριά από άτομα που δραπέτευσαν από το βασιλικό κτήμα Τατοΐου και τα οποία πιθανώς να διασταυρώθηκαν με άγρια ελάφια που ίσως να ζούσαν στην Πάρνηθα. Αργότερα ο πληθυσμός τους αναμείχτηκε με ελάφια που εισήχθησαν από την Δανία και την πρώην Γιουγκοσλαβία.

Η έλαφος η ευγενής (Cervus elaphus, υποείδος hippelaphus) ονομάζεται «κόκκινο ελάφι», για να ξεχωρίζει από το ελάφι της Ρόδου (Cervus Dama ή Dama dama). Στην πραγματικότητα το χρώμα του είναι καφεκκόκκινο το καλοκαίρι και γκρίζο τον χειμώνα.

Οι ελαφίνες ζουν μητριαρχικά, σχηματίζουν πειθαρχημένες αγέλες, ζουν μαζί όλο το χρόνο κι έχουν αρχηγό τη γηραιότερη λαφίνα. Τα αρσενικά ελάφια ζουν μοναχικά ή σχηματίζουν χαλαρές ομάδες, κυρίως τα νεότερα άτομα. Στην εποχή της αναπαραγωγής, το φθινόπωρο, τα πιο εύρωστα και κυρίαρχα αρσενικά σχηματίζουν χαρέμια από 8-10 θηλυκά. Οι ελαφίνες γεννάνε την άνοιξη ένα μικρό, που έχει άσπρες βούλες, οι οποίες χάνονται σταδιακά μέχρι να ενηλικιωθεί. Το αρσενικό κόκκινο ελάφι έχει ύψος 1,2 μέτρα, ζυγίζει μέχρι 300 κιλά κι έχει κέρατα, το μέγεθος των οποίων και οι διακλαδώσεις τους δείχνουν και την ηλικία του. Τα θηλυκά είναι μικρότερα, πιο ντελικάτα και δεν έχουν κέρατα. Τα κόκκινα ελάφια ζουν 12-15 χρόνια.

Τα κόκκινα ελάφια τρέφονται με χορτάρι, πόες, τρυφερούς βλαστούς δέντρων και θάμνων, καρπούς, άγρια φρούτα και μανιτάρια (η Πάρνηθα φημίζεται για τα μανιτάρια της). Ζουν μέσα στο ελατοδάσος, κοντά σε πηγές και ρεματιές. Τον χειμώνα κατεβαίνουν σε χαμηλότερες τοποθεσίες της Πάρνηθας, για να τραφούν στα δρυοδάση γύρω από το Κατσιμίδι, σε πευκοδάση και πυκνή μακία βλάστηση. Το μεσημέρι μηρυκάζουν την τροφή τους. Βοσκάνε το πρωί και το απόγευμα κι αυτές είναι οι ώρες που μπορούμε να τα δούμε σε πολλές τοποθεσίες.

Το ελάφι περιλαμβάνεται στο «Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας» (εκδ. 2009) με τον χαρακτηρισμό «κρισίμως κινδυνεύον».

Ένα αρσενικό ελάφι με το χαρέμι του στην Πάρνηθα, 17/09/2009


Μια λαφίνα με το μικρό της, Πάρνηθα 05/09/2009

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Echinaster sepositus - κόκκινος αστερίας

Σαρωνικός 07/02/2009 
photo (c)  Βασίλης Κουλουμπέρης

Ο πιο κοινός αστερίας των θαλασσών μας. Ζει σε βραχώδεις βυθούς με βλάστηση και μέχρι βάθος 200m. Η διάμετρός του φθάνει τα 18cm.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Pagurus Bernhardus ερημίτης κάβουρας

Βουλιαγμένη 08/06/2009
photo (c)  Βασίλης Κουλουμπέρης

Οι κάβουρες ανήκουν στα μαλακόστρακα και στην υφομοταξία των καρκινοειδών. Οι ερημίτες κάβουρες ξεχωρίζουν από τα άλλα θαλασσινά καβούρια, επειδή έχουν μαλακή και απροστάτευτη κοιλιά. Έτσι αναγκάζονται να βρίσκουν καταφύγιο σε διάφορα άδεια όστρακα. Σχεδόν πάντοτε κουβαλάνε στη ράχη τους και το όστρακο-καταφύγιό τους. Όταν μεγαλώσουν αναζητούν ένα μεγαλύτερο όστρακο που να τους χωράει. Συνήθως κινούνται και τρέφονται τη νύχτα, που τους παρέχει περισσότερη προστασία. Στην επιφάνεια των οστράκων-καταφυγίων του ερημίτη κάβουρα πολλές φορές εγκαθίστανται θαλάσσιες ανεμώνες. Η συμβίωση αυτή προσφέρει μια ακόμα προστασία στον κάβουρα, γιατί οι ανεμώνες διαθέτουν στα πλοκάμια τους τοξικές ουσίες. Από τη μεριά της η θαλάσσια ανεμώνα εξασφαλίζει άνετα την τροφή της από τα υπολείμματα της τροφής του ερημίτη κάβουρα.