ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013
Σάββατο 13 Ιουλίου 2013
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013
Φυτά εισβολείς, δραπέτες και ευνούχοι
Πάνω από 6.400 είδη και υποείδη (taxa) αποτελούν την ελληνική χλωρίδα, από τα οποία περίπου 1 στα 7 είναι ενδημικά της Ελλάδας. Και σε αριθμό και αναλογικά με την έκταση της χώρας η ελληνική χλωρίδα είναι η πλουσιότερη της Ευρώπης. Αν στα ιθαγενή είδη προσθέσουμε και τα «επιγενή», δηλαδή φυτά και δέντρα που έχουν εισαχθεί από τον άνθρωπο σε διάφορες περιόδους, τότε οι παραπάνω αριθμοί αυξάνονται πολύ περισσότερο. Επιγενή (εισαχθέντα) είναι πολλά καλλιεργούμενα γεωργικάν και καλλωπιστικά φυτά και δέντρα, όπως η πορτοκαλιά, η ακακία, η ντοματιά, η πατατιά, τα φθινοπωρινά χρυσάνθεμα, οι μπουκαμβίλιες, οι καμέλιες, οι γαρδένιες και πολλά άλλα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τρεις ομάδες φυτών που βρίσκουμε στην φύση και των οποίων η παρουσία έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Τα φυτά αυτά είτε εισέβαλαν μόνα τους, είτε δραπέτευσαν από κήπους και γλάστρες, είτε είναι άγονα και χρειάζονται ειδικές συνθήκες για να πολλαπλασιαστούν και να επιζήσουν.
Από τους εισβολείς οι πιο γνωστές περιπτώσεις είναι η αγριοντοματιά και το ξινοτρίφυλλο.
Η «αγριοντοματιά» ή «γερμανός» ( Solanum elaeagnifolium) είναι ιθαγενές φυτό της Νότιας και Κεντρικής Αμερική. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη ντομάτα και τη μελιτζάνα, μόνο που είναι πολύ επιθετικό, δηλητηριώδες και επιβλαβές ζιζάνιο. Συγγενικό του ελληνικό είδος είναι ο στύφνος (Solanum nigrum). Πρωτοεμφανίστηκε το 1927 κοντά στη Θεσσαλονίκη. Πιθανολογείται ότι σπόροι του βρίσκονταν σε αμερικάνικα λιπάσματα ή αργεντίνικα σιτηρά, που είχαν εισαχθεί τότε στη συμπρωτεύουσα. Οι Θεσσαλονικείς παρατήρησαν το φυτό σε μεγάλους αριθμούς στην περίοδο της γερμανικής Κατοχής, το συνάρτησαν με τους Γερμανούς και το ονόμασαν «γερμανό». Σε άλλες περιοχές ονομάζεται «αγριοντοματιά» και «αγριομελιτζανιά» από την μορφή των λουλουδιών του ή των σφαιρικών καρπών του που μοιάζουν με ντοματάκια. Οι «γερμανοί» έχουν εισβάλει από βορρά προς νότο σε όλη την Ελλάδα κι έχουν κατακλύσει τις άκρες χωραφιών, τα πρανή των δρόμων και τις απεριποίητες πλατείες των πόλεων, ακόμα και μέσα στην Αθήνα. Είναι ενδιαφέρον ότι στην Κύπρο οι «γερμανοί» εμφανίστηκαν μόλις το 1958.
Το ξινοτρίφυλλο (Oxalis pes-caprae) είναι φυτό-εισβολέας με πατρίδα τη Νότια Αφρική και ειδικά την περιοχή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας (Young 1968, Henz 1985). Η εισαγωγή του στην Ευρώπη έγινε στην Μάλτα το 1806. Από τότε σταδιακά επεκτάθηκε μόνο του και στην Ελλάδα. Σήμερα έχει κατακυριεύσει τους ελαιώνες και τους αμπελώνες της Κρήτης, εισέβαλε στις Κυκλάδες και συνεχίζει την επέκτασή του προς βορρά προτιμώντας βαθιά και δροσερά εδάφη. Η αντοχή του οφείλεται στα πολλά βολβίδια (γονοσωμάτια) που έχει στο ριζικό του σύστημα, οπότε και δύσκολο είναι να ξεριζωθεί και εύκολο να επεκταθεί με νέους βλαστούς από τα βολβίδια. Στις Κυκλάδες ονομάζεται «ξινοτρίφυλλο», από την διάταξη των φύλλων του, και θεωρείται εντελώς άχρηστο φυτό που δεν το καταδέχονται ούτε τα κατσίκια. Παρουσιάζει πάντως ενδιαφέρουσα ανθοφορία.
Τα φυτά-δραπέτες είναι στην πλειοψηφία τους καλλωπιστικά και προέρχονται από κήπους ή γλάστρες. Επεκτάθηκαν στην φύση και αναπαράγονται είτε με την διασπορά των σπόρων είτε με παραβλαστήματα των βολβών τους που προήλθαν από το χώμα κάποιας γλάστρας που πετάχτηκε (όπως στον λόφο του Στρέφη στην Αθήνα) ή από μπάζα.
Δραπέτες στην φύση είναι οι γνωστές μας φρέζιες (Freesia refracta) που στις γλάστρες ή τους κήπους μας προσφέρουν τον χειμώνα τα δημοφιλή αρωματικά κρινάκια τους. Πατρίδα τους είναι το τμήμα της Νότιας Αφρικής με μεσογειακό κλίμα. Στην Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στην Μάνη οι φρέζιες αναπαράγονται πλέον μόνες τους στην φύση σε μεγάλους αριθμούς.
Φυτά-δραπέτες δίνουν και τα πασίγνωστα «σκυλάκια» (Antirrhinum majus). Αν και θεωρούνται είδος του παραμεσογειακού χώρου (Polunin et Haxley 1978) θεωρείται πλέον βέβαιο ότι όσα φυτά συναντούμε στην φύση είναι δραπέτες από παλιές καλλωπιστικές καλλιέργειες.
Η Ίριδα η γερμανική (Iris germanica) θεωρείται από τους βοτανικούς είδος άγνωστης προέλευσης. Πιθανολογείται ότι είναι υβρίδιο ή ιθαγενές του παραμεσογειακού χώρου και της νότιας Ευρώπης (Γιαννίτσαρος 1991). Σήμερα αυτοφύεται σε μεγάλο μέρος της Ελλάδας, συνήθως σε ελαιώνες και κοντά σε παλιά χωράφια ως εγκλιματισμένος δραπέτης καλλωπιστικής καλλιέργειας.
Για την Ίριδα την υπόλευκη (Iris albicans) υπήρχε παλιότερα η άποψη (Randolph 1955) ότι ήταν υβρίδιο του συμπλέγματος Iris germanica. Σήμερα θεωρείται ιθαγενές είδος της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας. Στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως δραπέτης παλαιάς διακοσμητικής καλλιέργειας, καλά εγκλιματισμένο πριν από πολλά χρόνια.
Δραπέτης από κήπους και γλάστρες είναι και η «μαυρομάτα» ή «μαυρομύτα (Ornithogalum arabicum), ένα πανέμορφο ανατολίτικο ορνιθόγαλο όπως δηλώνει και το όνομά του. Αλλά και ο δημοφιλής για την πλούσια ανθοφορία του καπουτσίνος (Tropaeolum majus), που έχει πατρίδα την Αμερική, αρχίζει πλέον να δραπετεύει από τις γλάστρες και να αναπαράγεται μόνος του στην φύση, με όπλο τα ανθεκτικά σπέρματά του που μοιάζουν με ρεβίθι.
Υπάρχουν όμως και φυτά που βρίσκουμε στην φύση και που δεν παράγουν σπέρματα, είναι δηλαδή άγονα. Σε ευνούχους μεταβάλλονται συνήθως φυτά που εξημερώθηκαν από τον άνθρωπο και καλλιεργήθηκαν εντατικά. Ένα τέτοιο φυτό-ευνούχος είναι ο κρόκος ο ήμερος ή σπαρτός (Crocus sativus), που καλλιεργείται στην Κοζάνη. Δεν παράγει σπόρους και είναι άγονος. Τα βοτανικά και ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι ο κρόκος αυτός καλλιεργήθηκε και εξημερώθηκε στην Κρήτη και την Σαντορίνη κατά την προϊστορική περίοδο. Σήμερα η αναπαραγωγή και εξάπλωσή του γίνεται με την δημιουργία μικρών βολβιδίων και την βοήθεια του ανθρώπου.
Παρόμοια χαρακτηριστικά με τον ήμερο κρόκο έχει και η Τουλίπα του Ντέφλερ (Tulipa doerfleri). Μόνο που η τουλίπα αυτή αποτελεί πολύ ξεχωριστή περίπτωση, γιατί βρίσκεται μόνο στην φύση. Είναι ενδημική της Κρήτης και μάλιστα φυτρώνει σε πολύ λίγες θέσεις και σε μικρούς αριθμούς. Γι’ αυτό τον λόγο περιλαμβάνεται στο «Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας» (2009). Ο μεγαλύτερος πληθυσμός αυτής της κρητικής τουλίπας βρίσκεται στην πεδιάδα Γιούς Κάμπος του νομού Ρεθύμνης. Δεν σχηματίζει ποτέ βιώσιμα σπέρματα και είναι εντελώς άγονη. Πολλαπλασιάζεται μόνο βλαστητικά με υπόγειες παραφυάδες κι έτσι δεν έχει την δυνατότητα να επεκταθεί πέραν της περιοχής που συνεχίζει να επιβιώνει. Θεωρείται ότι η τουλίπα αυτή εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Κρήτης μαζί με άλλες καλλιέργειες στην προϊστορική περίοδο. Σήμερα καλλιεργείται στην Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013
Ο τζίτζικας, ο Αίσωπος και η αλήθεια
Αθήνα 03/07/2013
Έτσι
και το τζιτζίκι έχει την θέση του στην ελληνική μυθολογία, μάλλον λόγω
της καλοκαιρινής φλυαρίας του. Ο Τιθωνός ήταν ένας υπέροχος άνδρας που τον
αγάπησε η Ηώς, θεά και προσωποποίηση της αυγής. Η Ηώς τον απήγαγε και
τον πήγε στα ανάκτορα της που ήταν στην άκρη του Ωκεανού, δηλαδή στην
άκρη του κόσμου. Ζήτησε από τον Δία να κάνει αθάνατο τον Τιθωνό αλλά
ξέχασε να του ζητήσει να τον διατηρήσει και πάντοτε νέο. Έτσι ο Τιθωνός
δεν πέθαινε αλλά γερνούσε συνεχώς και ζάρωνε, ενώ η Ηώς παρέμενε νέα και
αθάνατη. Οι θεοί λυπήθηκαν τον Τιθωνό και τον μεταμόρφωσαν στο ζαρωμένο
τζιτζίκι.
Στην
μυθολογία ήρθε να προστεθεί στην κλασική εποχή ο Αίσωπος, που έγραψε
ένα διδακτικό παραμύθι το οποίο όμως αδικεί κατάφωρα τον τζίτζικα. Η
ιστορία του Αισώπου «Τέττιξ και μύρμηκες» διηγείται ότι ζούσαν σ' ένα
δέντρο τζίτζικες και μυρμήγκια. Οι τζίτζικες τραγουδούσαν όλο το
καλοκαίρι και τα μυρμήγκια μάζευαν με περισσή εργατικότητα σπόρους και
τροφή. Όταν ήρθε ο χειμώνας τα μυρμήγκια απολάμβαναν να ακούνε την βροχή
τρώγοντας τα τρόφιμα που είχαν μαζέψει. Οι τζίτζικες δεν είχαν να φάνε
και τα μυρμήγκια όταν τους ζήτησαν βοήθεια τους απάντησαν ψυχρά ότι όλο
το καλοκαίρι τραγουδούσαν, ε τώρα τον χειμώνα ήρθε ο καιρός να...
χορέψουν. Συμπέρασμα; Αυτό που λέει και η νεότερη παράδοση: «ο καλός ο
νοικοκύρης πριν πεινάσει μαγειρεύει».
Η
ιστορία του Αισώπου αδικεί τον τζίτζικα. Στην πραγματικότητα σ' όλη του
την ζωή βρίσκεται μέσα στο έδαφος, με την μορφή προνύμφης (ας πούμε
σκουληκιού) και τρέφεται από τις ρίζες. Ύστερα από πολλά χρόνια και
ανάλογα με την τροφή που παίρνουν, οι προνύμφες ξεπετιούνται από το έδαφος
την άνοιξη, αναρριχώνται στα δέντρα και μεταμορφώνονται σε τέλεια
έντομα. Η φωτογραφία επάνω από τον Υμηττό δείχνει τι έμεινε από ένα
τζιτζίκι, όταν μεταμορφώθηκε σε έντομο και μετά βγήκε από το περίβλημά
του για να μεγαλώσει και να βγάλει φτερά.
Μοναδικός
σκοπός των τζιτζικιών στην υπέργεια ζωή τους είναι να ζευγαρώσουν,
δηλαδή το σεξ. Τα αρσενικά τραγουδούν όλη την μέρα για να προσελκύσουν
τα θηλυκά, βγάζοντας τον γνωστό ήχο που μας συνοδεύει όλο το καλοκαίρι
στην Ελλάδα. Και βέβαια δεν τραγουδούν μόνο, όπως θέλει ο Αίσωπος, αλλά
τρέφονται από τους χυμούς των βλαστών των δέντρων. Τρυπάνε με το ρύγχος
τους τον τρυφερό βλαστό και ρουφάνε τον χυμό. Σταγόνες χυμού τρέχουν
κάτω από τα κλαδιά που είναι ο τζίτζικας και άλλα έντομα πάνε εκεί που
έπεσαν οι σταγόνες για να τραφούν.
Όταν
ζευγαρώσει το θηλυκό (που δεν έχει ηχητικά όργανα) γεννά τα αυγά του
σε σχισμές των δέντρων. Ύστερα από μερικές εβδομάδες, οι προνύμφες
βγαίνουν και πέφτουν στο έδαφος. Με τα μπροστινά, δυνατά και πλατιά
πόδια τους σκάβουν το έδαφος και μπαίνουν μέσα για να τραφούν. Θα
παραμείνουν εκεί για πολλά χρόνια. Στην Ελλάδα συνήθως παραμένουν για
3-4 χρόνια, ανάλογα με την διαθέσιμη τροφή. Σε άλλες χώρες μένουν μέχρι
και 17 χρόνια, μέχρι να αισθανθούν δυνατές και έτοιμες να βγουν στην
επιφάνεια, να ζευγαρώσουν, να γεννήσουν και αμέσως μετά να πεθάνουν. Σε
πολλά είδη (έντομα, ψάρια, κ.α.) το σεξ αποτελεί τον προθάλαμο του
θανάτου.
Στον
πλανήτη μας υπάρχουν περίπου 1.500 είδη τζιτζικιών. Στην Ελλάδα το πιο
γνωστό είδος είναι ο Τέττιξ ο κοινός (Cicada cicada). To αρχαίο «τέττιξ»
και το νεότερο «τζίτζικας-τζιτζίκι» είναι ονοματοποιημένες λέξεις από
τον ήχο που βγάζουν τα αρσενικά τζιτζίκια.
Καλός
ο Αίσωπος αλλά η διδακτική ιστορία του βασίστηκε σε λάθος δεδομένα. Τα
τζιτζίκια ζουν μονήρη, χωρίς βασιλιάδες βίο και στο τέλος τραγουδάνε,
ερωτεύονται και κάνουν σεξ και απογόνους. Τα μυρμήγκια κάνουν ομαδική ζωή, έχουν λίγες βασίλισσες και μερικούς αρσενικούς επιβήτορες και σχεδόν όλα παραμένουν ανέραστα.
εξωσκελετός τζιτζικιού
Υμηττός 08/10/2011
Κυριακή 30 Ιουνίου 2013
Σάββατο 29 Ιουνίου 2013
Dama dama πλατώνι
Ελληνιστικό ψηφιδωτό με κυνήγι πλατωνιού και την επιγραφή «Γνώσις εποίησεν». Φηφιδωτό δάπεδο από την Πέλλα και την «οικία της αρπαγής της Ελένης».
Το Dama dama (Linnaeus, 1758) είναι ένα ελάφι με εξάπλωση στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι το Ιράν. Ο μοναδικός ελεύθερος πληθυσμός του στην Ελλάδα ζει στην Ρόδο, όπου η κοινή του ονομασία είναι «πλατώνι». Παλιότερα είχε ευρεία εξάπλωση και στη στεριανή Ελλάδα.
Το ροδίτικο πλατώνι έχει αρχαία καταγωγή και ιδιαίτερη γενετική ταυτότητα, γι΄αυτό και διαφέρει από τα πλατώνια άλλων περιοχών (Massetti 2002). Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα πλατώνια αριθμούσαν μερικές χιλιάδες και είχαν ευρεία εξάπλωση σχεδόν σε όλη την Ρόδο. Σήμερα, ο αριθμός τους έχει μειωθεί αισθητά, εξ αιτίας του κυνηγιού αλλά και καταστροφών στους βιοτόπους τους από πυρκαγιές. Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται γύρω στα 800 άτομα.
Το ροδίτικο πλατώνι έχει αρχαία καταγωγή και ιδιαίτερη γενετική ταυτότητα, γι΄αυτό και διαφέρει από τα πλατώνια άλλων περιοχών (Massetti 2002). Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα πλατώνια αριθμούσαν μερικές χιλιάδες και είχαν ευρεία εξάπλωση σχεδόν σε όλη την Ρόδο. Σήμερα, ο αριθμός τους έχει μειωθεί αισθητά, εξ αιτίας του κυνηγιού αλλά και καταστροφών στους βιοτόπους τους από πυρκαγιές. Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται γύρω στα 800 άτομα.
Περίπου 50-70 πλατώνια ζουν και στο Κάστρο της Λήμνου. Είναι απόγονοι 2-3 ζευγαριών που είχαν μεταφερθεί από την Ρόδο. Ο πληθυσμός της Λήμνου απειλείται με εκφυλισμό, λόγω ενδογαμίας.
Το πλατώνι ζει στα πευκοδάση της Ρόδου, τα οποία εναλλάσονται με θαμνώδεις εκτάσεις, ελαιώνες και αγροτικές καλλιέργειες. Βρίσκει καταφύγιο στα πευκοδάση και τρέφεται κυρίως έξω από αυτά.
Τρίτη 25 Ιουνίου 2013
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013
Ο βοτανικός παράδεισος της Πελοποννήσου
Ψηλά βουνά, φαράγγια, κοιλάδες, χερσόνησοι, πεδιάδες, δάση, θαμνότοποι, φρύγανα και ελαιώνες συνθέτουν ένα πολυποίκιλο δίκτυο βιότοπων που μετατρέπουν στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου την Πελοπόννησο σ’ έναν απέραντο βοτανικό παράδεισο. Στο πλήθος των βιοτόπων της, πρέπει να προσθέσουμε την ποικιλία κλίματος που παρουσιάζει (με κυρίαρχο το μεσογειακό) και την θέση της στο νότιο άκρο της Ελλάδας και της Ευρώπης. Η χλωρίδα της Πελοποννήσου αποτελείται από 2.800 περίπου είδη και υποείδη. Πάνω από 500 είναι ενδημικά φυτά της Ελλάδας. Από αυτά τα 126 είναι αποκλειστικώς ενδημικά της Πελοποννήσου. Πολλά από αυτά είναι εξαιρετικής ομορφιάς.
Ο σχηματισμός της Πελοποννήσου άρχισε πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια. Τότε εμφανίστηκαν και τα βόρεια βουνά της Ερύμανθος, Παναχαϊκό, Αρτεμίσιο, Χελμός και Κυλλήνη (Ζήρεια). Ακολούθησαν πριν από 25 εκατομμύρια χρόνια ο Ταΰγετος και ο Πάρνωνας. Μετά από αλλεπάλληλες καταβυθίσεις και ανυψώσεις της στεριάς, πριν από 1 εκατομμύριο χρόνια η Πελοπόννησος και τα βουνά της πήραν την μορφή που βλέπουμε και σήμερα.
Από την εποχή που η Πελοπόννησος ήταν ενωμένη (ή πολύ κοντά) με τη Μικρά Ασία, έχουν διασωθεί δύο φυτά.
Ο αγριόκεδρος «Γιουνίπερος ο δρυπώδης» (Juniperus drupacea) ή «Συριακή άρκευθος» είναι ασιατικό είδος με εξάπλωση στη Νότια Ανατολία, τη Δυτική Συρία και τον Λίβανο. Η μοναδική περιοχή στην Ευρώπη που φύεται είναι στον Πάρνωνα, όπου σχηματίζει και μεγάλα δάση. Το 1999 ο ακάματος Γιώργος Σφήκας βρήκε λίγα άτομα αυτού του ασιατικού δέντρου και στον Ταΰγετο.
Το Θάλικτρον της Ανατολής (Thalictrum orientale) είναι άλλο ένα ασιατικό είδος που διασώθηκε στην Πελοπόννησο. Η κύρια ζώνη εξάπλωσής του είναι η Νότια και Κεντρική Ανατολία, η Συρία και ο Λίβανος. Οι μοναδικοί πληθυσμοί του στην Ευρώπη βρίσκονται στον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο.
Ο Άδωνις της Κυλλήνης (Adonis cyllenea) είναι τοπικό ενδημικό της ορεινής Κορινθίας, στα βουνά Κυλλήνη (Ζήρεια), Ολίγυρτος, Σαϊτάς και Τραχύ. Έχει εντυπωσιακά κίτρινα λουλούδια. Το φυτό πρωτοβρήκε ο Χελδράϊχ στην Κυλλήνη το 1848. Για πολλά χρόνια το θεωρούσαν εξαφανισμένο μέχρι που γύρω στο 1980 το ξαναβρήκε ο Γ. Σφήκας στον Ολίγυρτο και ο Δανός καθηγητής Άρνε Στριντ το 1986 στην Κυλλήνη.
Στην Πελοπόννησο φύονται 9 είδη κρόκων, από τα οποία 5 είναι τοπικά ενδημικά. Ο Κρόκος ο μελάνθηρος (C. melantherus) ανθίζει σε Χελμό, Κυλλήνη, Πάρνωνα, Καλαμάτα, Κυπαρισσία, Γύθειο και Μονεμβασιά. Ο πανέμορφος Κρόκος του Γουλιμή (C. Goulimyi) ευδοκιμεί στις χερσονήσους του Μαλέα και της Μάνης. Ο Κρόκος ο χιονώδης (C. niveus) φύεται στη νότια Πελοπόννησο. Την άνοιξη βρίσκουμε στα βουνά του Μοριά τον Κρόκο του χιονιού (C. nivalis), που είναι ενδημικός της αλπικής ζώνης του Ταΰγετου, τον Κρόκο του Ολιβιέ (C. olivieri) και τον Κρόκο τον μετέωρο (C. sublimis).
Στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας τα κυκλάμινα ανθίζουν το φθινόπωρο αλλά στην Πελοπόννησο υπάρχουν και την άνοιξη. Το ανοιξιάτικο Κυκλάμινο το πελοποννησιακό (Cyclamen peloponnesiacum) ανθίζει στον Ταΰγετο, την Κυλλήνη και τον Χελμό, ενώ υπάρχει επίσης στην Άνδρο, τη Τήνο και τη Ρόδο. Το υποείδος του «Κυκλάμινο το ζωηρό» (Cyclamen peloponnesiacum subsp vividum) είναι ενδημικό του Πάρνωνα.
Οι γάλανθοι πήραν τ’ όνομά τους από τα κάτασπρα σαν το γάλα άνθη τους (γάλα + άνθος). Ο Γάλανθος της βασίλισσας Όλγας (Galanthus reginae-olgae) είναι ενδημικός του Ταΰγετου και ανθίζει το φθινόπωρο. Ο παρόμοιος Γάλανθος ο χιονώδης (Galanthus reginae-olgae subsp. nivalis) είναι ανοιξιάτικος και τον βρίσκουμε στον Ερύμανθο και το Μαίναλο.
Η κόκκινη-πορτοκαλί Τουλίπα του Γουλιμή (Tulipa goulimyi) εντοπίστηκε το 1954 από τον δικηγόρο και ερασιτέχνη φυσιοδίφη Κωνσταντίνο Γουλιμή στην χερσόνησο του Μαλέα. Είναι ενδημική της Λακωνίας και των Κυθήρων. Ένας μικρός πληθυσμός της έχει βρεθεί και στη Φαλάσαρνα της ΒΔ Κρήτης.
Οι φριτιλάριες είναι συγγενικές και μοιάζουν πολύ με τις τουλίπες, με την διαφορά ότι έχουν μικρότερα άνθη που βλέπουν προς τα κάτω. Ενδημικές της Ερμιονίδας και των απέναντι νησιών είναι η Φριτιλάρια του Ροδοκανάκη ((Fritilaria rhodokanakis) και η Φριτιλάρια των Σπετσών (Fritilaria spetsiotica). Η κίτρινη Φριτιλάρια η κωνική (Fritilaria conica) είναι ενδημική της Πύλου και της Μεθώνης, ενώ το 2008 ο Αντώνης Αδαμόπουλος βρήκε μερικά φυτά και στο βουνό Καλάθι του μεσσηνιακού Ταΰγετου.
Από τον μεσσηνιακό Ταΰγετο άλλο ένα ενδημικό της Πελοποννήσου είναι η Σκίλα η μεσσηνιακή (Scilla messeniaca) με τα ωραία γαλάζια άνθη της.
Τα είδη του γένους Verbascum, που το κοινό τους όνομα είναι φλόμοι, τα βρίσκουμε σε όλα τα υψόμετρα και σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι όλα ψηλά φυτά με ισχυρό βλαστό. Ειδικά ένα πολύ μικρό βερμπάσκο χωρίς βλαστό (Verbascum acaule) είναι ενδημικό της αλπικής ζώνης του Χελμού και του Ταΰγετου. Με τα φύλλα του να ακουμπούν στο έδαφος έχει προσαρμοστεί στους ισχυρούς άνεμους που σαρώνουν τους πετρότοπους στην απλική ζώνη των βουνών του Μοριά.
Από τις αυτοφυείς ορχιδέες, η Πελοπόννησος με τα ψηλά βουνά της διαθέτει πολλά είδη που συναντάμε στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, όπως είναι η Platanthera chlorantha, η Dactylorhiza sambucina, η Orchis mascula, η Dactylorhiza iberica. Οι άγριες ορχιδέες που κυριαρχούν όμως είναι του είδους Οφρύς (Ophrys) που τα άνθη τους μιμούνται την μορφή εντόμων. Κυριαρχεί σε σπουδαιότητα η Οφρύς η αργολική (Ophrys argolica) που είναι πολύ σπάνια και περισσότερο την βρίσκουμε πλέον στην Λακωνία παρά στην Αργολίδα, από όπου και περιγράφτηκε το 1919. Φέτος ανακοινώθηκαν δύο νέες ορχιδέες από την Πελοπόννησο, η Οφρύς του Ταΰγετου (O. taygetica) που υπάρχει επίσης στον Πάρνωνα και τη Ζήρεια και η Οφρύς των Μυκηνών (O. mycenensis). Η πιο σημαντική περιοχή της Πελοποννήσου για ορχιδεοειδή είναι η Λακωνία, με τους καταπληκτικούς βιότοπους του Ταΰγετου και του Πάρνωνα και τις δύο χερσονήσους της Μάνης και του Μαλέα, όπου βρίσκουμε πολλές ενδημικές ορχιδέες.
Οι βοτανικοί παράδεισοι του φυσικού βοτανικού κήπου της Πελοποννήσου περιμένουν να τους ανακαλύψουμε και να τους χαρούμε. Με σεβασμό και αγάπη για την φύση από μας τους ντόπιους. Γιατί, δυστυχώς, η Πελοπόννησος λεηλατείται κάθε χρόνο από τους ξένους συλλέκτες, ερασιτέχνες και επαγγελματίες βοτανικούς, με αποτέλεσμα φυτά, σπόροι και βολβοί να διοχετεύονται σε ευρωπαϊκές χώρες για κερδοσκοπικούς λόγους. Βλέπετε, δεν έχουμε στην Ελλάδα μόνο τα ελγίνεια μάρμαρα. Έχουμε και τα ελγίνεια της ελληνικής φύσης…
Παρασκευή 31 Μαΐου 2013
Πέμπτη 30 Μαΐου 2013
Araneus circe
Λαυρεωτική 28/05/2013
H αράχνη αυτή μάλλον ανήκει στο είδος Araneues circe. Είχε στήσει τον ιστό της (με μήκος πάνω από τρία μέτρα) μαζί με τουλάχιστον άλλες τρείς ανάμεσα σε δύο πεύκα, σε ύψος 3 μέτρων. Η φωτογράφιση έγινε με υπερτηλεφακό.
Μια παρόμοια αράχνη είχε στήσει τον ιστό της στο περίπτερο του καταφυγίου στο Μπάφι της Πάρνηθας, όπως φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία
Μπάφι 16/07/2011 Πάρνηθα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







