ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Στα δάση και τις κορφές του Παρνασσού


Το όνομα του Παρνασσού είναι τόσο αρχαίο όσο κι η Ελλάδα. Η ρίζα «παρν» ανάγεται στη νεολιθική εποχή και τη συναντάμε επίσης στα ονόματα της Πάρνηθας και του Πάρνωνα. Ο Παρνασσός με τα 2.457 μέτρα του είναι το όγδοο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας. Αν και είναι λίγο χαμηλότερο από τα γειτονικά του βουνά Γκιώνα και Βαρδούσια, κυριαρχεί με τον όγκο του στη Ρούμελη και γι’ αυτό έχει συνδεθεί στενά με την ελληνική μυθολογία. Στη ψηλότερη κορφή του, τη Λιάκουρα, άραξε το πλοιάριο που διέσωσε από τον κατακλυσμό τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα που η μυθολογία τους θεωρεί γενάρχες των Ελλήνων. Στον Παρνασσό ίδρυσε ο θεός Απόλλωνας το μαντείο του, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι είναι το κέντρο (ομφαλός) του κόσμου. Κι εδώ είναι ένα από τα ιερότερα σπήλαια της αρχαίας Ελλάδας, το Κωρύκειον άντρον, που ήταν αφιερωμένο στο θεό Πάνα και τις Κωρύκειες Νύμφες και σήμερα είναι περιτριγυρισμένο με αγριοτριανταφυλλιές και σπάνια φυτά.

Και από βοτανική άποψη ο Παρνασσός είναι από τα σπουδαιότερα βουνά μας. Ο πρώτος που έκανε συστηματική έρευνα ήταν το 1787 ο Άγγλος φυσιοδίφης Τζον Σίμπθορπ (John Sibthorp), στις έρευνες του οποίου βασίστηκε η μνημειώδη έκδοση Flora Graeca που είναι το πιο σπάνιο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο. Ο Σίμπθορπ εντυπωσιάστηκε από τους βοσκούς του Παρνασσού, διότι για τα περισσότερα φυτά χρησιμοποιούσαν τα αρχαία ονόματά τους. Βρήκε και περιέγραψε πολλά είδη, κυρίως από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Παρνασσού.
Τοπικά ενδημικά, όπως η Καμπανούλα των Δελφών (Campanula topaliana subsp. delphica), ο Παρνασσός  δεν έχει πολλά, περίπου δέκα. Διαθέτει όμως δεκάδες άλλα ενδημικά της Ρούμελης και της Ελλάδας, πολλά από τα οποία (πάνω από 25) πρωτοβρέθηκαν στον Παρνασσό και φέρουν τον βοτανικό όρο parnassica.

Οι βασίλισσες των βουνών είναι οι παιώνιες, που το λαϊκό τους όνομα είναι «πηγουνιές». Η βασίλισσα των βασιλισσών είναι η Παιώνια του Παρνασσού (Paeonia parnassica) με τα τεράστια μελανοπόρφυρα άνθη της. Περιγράφτηκε πρόσφατα, το 1977, από τον καθηγητή Τζανουδάκη. Ανθίζει από το τέλος Απριλίου έως το Μάιο, σε πολύ λίγες θέσεις στον Παρνασσό και στο γειτονικό Ελικώνα, σε χλοερά λιβάδια που σχηματίζονται ανάμεσα στα έλατα. Επειδή οι παιώνιες έχουν υψηλή φαρμακευτική και καλλωπιστική αξία, γίνονται αντικείμενο ανεξέλεγκτης συλλογής. Η Παιώνια του Παρνασσού κινδυνεύει σοβαρά από την υπερβολική συλλογή και τη βόσκηση και γι’ αυτό τον λόγο περιλαμβάνεται στο «Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, 2009».

Το Κολχικό του Παρνασσού είναι ενδημικό της Κεντρικής Ελλάδας και ευδοκιμεί σε μεγάλα υψόμετρα και στην ορομεσογειακή (αλπική ζώνη). Ανθίζει τον Αύγουστο, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά το φθινόπωρο. Αντίθετα το σπάνιο Κολχικό το τρίφυλλο είναι ανοιξιάτικο, πλουτίζοντας τη βιοποικιλότητα του Παρνασσού.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους κρόκους. Ο ενδημικός της Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου Κρόκος ο αδριατικός (Crocus hadriaticus) είναι φθινοπωρινός και στον Παρνασσό ανθίζει ένα τοπικό υποείδος του (Crocus parnassicus). Αντίθετα ο Κρόκος ο χρύσανθος (Crocus chrysanthus) έχει ανοιξιάτικη άνθηση και ο Παρνασσός αποτελεί τη νοτιότερη περιοχή της εξάπλωσής του.

Από την αρχαιότητα ο Παρνασσός είναι ξακουστός για τα φαρμακευτικά του φυτά. Ο Θεόφραστος στα συγγράμματά του χαρακτηρίζει το βουνό «φαρμακωδέστατον». Ο Διοσκουρίδης στο βιβλίο του «Περί ύλης ιατρικής» δίνει έμφαση στις φαρμακευτικές ιδιότητες του ελλέβορου από τον Παρνασσό. Ο ελλέβορος (Helleborus odorus subsp. cyclophyllus) περιέχει, κυρίως πριν την ανθοφορία, δύο τοξικά αλκαλοειδή που είναι ισχυρά δηλητήρια και σε μικρές δόσεις φάρμακα που τα χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα. Ένα άλλο γνωστό φαρμακευτικό φυτό είναι το τσάι του Παρνασσού (Sideritis raeseri subsp. parnassica) που θεωρείται το πιο αρωματικό από όλα τα ελληνικά τσάγια του βουνού.

Το Άρον το αλπικό (Arum alpinum) είναι από τα πιο ενδιαφέροντα φυτά του Παρνασσού. Ανθίζει την άνοιξη, πάνω από τα 950 μέτρα σε ανοιχτές υγρές θέσεις του ελατοδάσους. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τα γνωστά άσπρα «κρίνα» που έχουμε σε γλάστρες και κήπους.

Στον Παρνασσό φυτρώνουν διάφορες ορεινές ορχιδέες, όπως το Κεφαλάνθηρο το ερυθρό (Cephalanthera rubra), το Κεφαλάνθηρο το δαμασόνιο (Cephalanthera damasonium), η Όρχις η χλομή (Orchis pallens), η Όρχις η αρρενωπή (Orchis mascula). Σε χαμηλά υψόμετρα ανθίζει η ενδημική και πολύ σπάνια Ορχιδέα των Δελφών (Ophrys delphinensis).

Άλλα ενδημικά, σπάνια και ενδιαφέροντα φυτά που βρίσκουμε στον Παρνασσό είναι η Καμπανούλα η αγροτική (Campanula rupicola), ο Αστράγαλος του Παρνασσού (Astragalus parnassi), η Σκουτελάρια του Παρνασσού (Scutelaria rupestris subsp. parnassica), η Σκουτελάρια της Ανατολής (Scutellaria orientalis), ο Κονβόλβουλος του Παρνασσού (Convolvulus parnassicus), το Σέδο το απολείπον (Sedum apoleipon), το Κεράστιο το πάλλευκο (Cerastium candidissimum) και πολλά άλλα.

Ο Παρνασσός είναι ένας συμπαγής ορεινός όγκος, που υψώνεται απότομα πάνω από την πεδιάδα της Βοιωτίας στα ανατολικά και τον κόλπο της Ιτέας στα νοτιοδυτικά. Ο ανατολικός Παρνασσός αποτελεί ένα συγκρότημα υψηλών κορφών: Λιάκουρα (2457 μ.), Γεροντόβραχος (2367 μ.), Τσάρκος (2409 μ.), Μαύρα Λιθάρια (2316 μ.). Εδώ βρίσκονται τα χιονοδρομικά κέντρα αλλά και πολλές ορθοπλαγιές και χαράδρες με πολλά σπάνια φυτά για φωτογράφηση. Ο δυτικός Παρνασσός είναι ομαλός, χαμηλός (1714 μ.) και δασωμένος.

Στον Παρνασσό είναι χτισμένα πολλά χωριά, με πιο γνωστό την Αράχωβα που από παλιό κτηνοτροφικό κεφαλοχώρι έχει εξελιχτεί σε μεγάλο τουριστικό κέντρο, λόγω Δελφών και χιονοδρομικών. Αποτελεί και τη δυτική αφετηρία για τα ψηλά του βουνού. Η άλλη πύλη εισόδου για την περιήγηση του Παρνασσού είναι από την Αμφίκλεια και Αγόριανη, στα ανατολικά.