ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Στα αλπικά λιβάδια του Βόρα (Καϊμακτσαλάν)





Η Πινγκουϊκούλα η βαλκανική (Pinguicula balcanica) είναι «εντομοφάγο» φυτό. Τα πρασινοκίτρινα σαρκώδη φύλλα της σκεπάζονται από μια κολλώδη ουσία που προσελκύει και αιχμαλωτίζει τα έντομα, τα οποία σταδιακά απορροφώνται από το φυτό. Τα άνθη είναι μεγάλα σε σχέση με το μέγεθος του φυτού, έχουν αποχρώσεις ροζ - βιολετί και παρουσιάζουν μεγάλη διακοσμητική αξία, γι’ αυτό και καλλιεργούνται σε αρκετά φυτώρια. Η Πινγκουϊκούλα φυτρώνει σε υψόμετρα πάνω από 1.700 μέτρα και προτιμά υγρά, όξινα και τυρφώδη εδάφη. Είναι ενδημικό φυτό της νότιας Βαλκανικής. Στην Ελλάδα το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής της είναι τα Βαρδούσια στη Ρούμελη. Το ιδανικό περιβάλλον γι’ αυτό το εντομοφάγο φυτό βρίσκεται στους τυρφώνες και την αλπική ζώνη του όρους Βόρας, όπου το βρίσκουμε εύκολα σε ικανοποιητικούς αριθμούς.

Ο Βόρας είναι το τρίτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας. Βρίσκεται στα σύνορα με τη FYROM. Η ψηλότερη κορφή του, το Καϊμακτσαλάν (2524 μ.), υπήρξε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πεδίο σκληρών μαζών ανάμεσα στους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Την κατάκτησαν τελικά οι Σέρβοι, θυσιάζοντας όμως χιλιάδες νεκρούς. Στην κορφή βρίσκεται σήμερα ένα μνημείο των Σέρβων πεσόντων.


Ο Βόρας είναι βουνό με ομαλό ανάγλυφο. Η πρόσβαση σ’ αυτό είναι εύκολη μέχρι την αλπική ζώνη και την κορφή του από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγεί στο χιονοδρομικό κέντρο. Καλύπτεται από μεγάλα δάση οξιάς, δρυός και δασικής πεύκης. Με τα γειτονικά του όρη Τζένα και Πίνοβο αποτελεί ένα ορεινό συγκρότημα με πολύ ενδιαφέρουσα χλωρίδα. Το βουνό είναι γνωστό και με το όνομα της κορφής του Καϊμακτσαλάν (κατάλοιπο της τουρκοκρατίας) που σημαίνει βουνό δασωμένο τόσο πυκνά όσο πυκνό είναι και το καϊμάκι. Η χλωρίδα του περιλαμβάνει πολλά βορειοευρωπαϊκά και βαλκανικά φυτά, που είτε είναι πολύ σπάνια είτε δεν υπάρχουν στην κεντρική και νότια Ελλάδα.


Εκτός από την «εντομοφάγα» Πινγκουϊκούλα, ένα άλλο ενδημικό βαλκανικό του Βόρα είναι η Ραμόντα της Ναταλίας (Ramonda nathaliae) που οι πλησιέστεροι συγγενείς της βρίσκονται στην τροπική ζώνη. Ανάγεται στην εποχή που στα Νότια Βαλκάνια το κλίμα ήταν υγρό και θερμό, σχεδόν τροπικό. Η Ραμόντα διασώθηκε κατά την εποχή των παγετώνων σε υγρές, ζεστές και προστατευμένες βραχώδεις θέσεις, όπου τη βρίσκουμε και σήμερα στο Βόρα και στα γειτονικά του βουνά.


Η άνοιξη έρχεται αργά στην αλπική ζώνη του Βόρα και συνεχίζεται μέχρι αργά το καλοκαίρι. Τα καταπράσινα λιβάδια του διακόπτονται από τις χιονούρες που αργολιώνουν και τα ποταμάκια που τα διατρέχουν. Από τον Ιούνιο είναι κατάφορτα με πολύχρωμα αγριολούλουδα. Δίπλα στις χιονούρες ανθίζουν ομαδικά οι γαλάζιοι Κρόκοι του Βελουχιού (Crocus veluchensis) και οι Σκίλλες οι δίφυλλες (Scilla bifolia). Τα χιόνια που λιώνουν σχηματίζουν ρέματα συνεχούς ροής όλο το καλοκαίρι. Στις όχθες τους ανθίζουν μαζικά η κίτρινη Κάλθα η ελώδης (Caltha palustris) και η πορφυροκόκκινη Πεδικουλάρις του Ολύμπου (Pedicularis olympica). Λίγο πιο πέρα ξεπετάγονται μέσα από το υγρό έδαφος οι ενδημικοί της περιοχής Κρόκοι του Πελιστέρ (Crocus pelistericus).


Στις υγρές και καταπράσινες πλαγιές, τις εντομοφάγες Πινγκουϊκούλες συντροφεύουν η ενδημική νεραγκούλα του Βόρα Ranunculus cacuminis, το εντυπωσιακό Γέο το κόκκινο (Geum coccineum) και διάφορες δακτυλόρριζες, που είναι άγριες ορεινές ορχιδέες με πυκνή ταξιανθία και σκληρές κονδυλώδεις ρίζες που μοιάζουν με δάκτυλα. Η Δακτυλόρριζα η καρδιόσχημη (Dactyrhoriza cordigera) και η Δακτυλόρριζα η σαμβυκίστρια (Dactyrhoriza sambucina) ανθίζουν ομαδικά και σε πολλές θέσεις σχηματίζουν πολύχρωμα χαλιά.


Καθώς απομακρυνόμαστε από τα ποταμάκια και τις υγρές περιοχές, αρχίζουν να εμφανίζονται άλλα αγριολούλουδα, όπως η τοπική ενδημική Βιόλα του Βολιώτη (Viola voliotisii), η κίτρινη Βιόλα η εξαίρετη (Viola eximia), η γαλάζια Βιόλα του Ντέρφλερ (Viola doerfleri) και η Βιόλα η φυλλώδης (Viola frondosa).


Η περιήγηση στα αλπικά λιβάδια του Βόρα αποτελεί ξεχωριστή χαρά για τους φωτογράφους της φύσης. Και συνεχίζεται με αγριογαρύφαλλα, όπως ο Δίανθος ο μυρτοειδής (Dianthus myrtinervius), ο Δίανθος ο χλοάζων (Dianthus caespitosus) με την πληθωρική ανθοφορία του και ο Δίανθος ο γιγάντιος (Dianthus giganteus). Κοντά τους ανθίζουν το ορεινό θυμάρι Θύμος ο πρώιμος (Thymus praecox), η Βερόνικα του Ορισίνι (Veronica orisiana) και η πανέμορφη ορεινή Σκορτσονέρα η πορφυρή (Scorzonera purpurea).


Σε πιο στεγνά λιβάδια ανθίζουν η υπέροχη Ποτεντίλα η χρυσοκράσπεδη (Potentilla chrysocraspeda) και η Τεφροσερίς η ακεραιόφυλλη (Tephroseris integrifolia) με τις εντυπωσιακές κίτρινες κεφαλές της. Κοντά τους αναπτύσσουν πάνω στο έδαφος τα γαλάζια άνθη τους η Γκλομπουλάρια η καρδιόφυλλη (Globularia cordifolia) και η Ιασιόνη η στρογγυλόφυλλη (Jasione orbiculata). Τις συντροφεύουν η Αχιλλέα η αβροτανοειδής (Αchillea abrotanoides) και το Γεράνι το γκρίζο (Geranium cinereum).


Πιο χαμηλά, εκεί που ξετυλίγονται τα δάση, η βιοποικιλότητα περιορίζεται αλλά κι εδώ υπάρχουν ενδιαφέρουσες παρουσίες, όπως τα μανιτάρια. Το πιο χαρακτηριστικό μανιτάρι  είναι ο Αμανίτης ο μυγοκτόνος (Amanita muscaria), που στους κήπους μας μπορεί να έχει γίνει διακοσμητικό φωτιστικό αλλά στα δάση του Βόρα είναι αληθινό. Στις παρυφές των ορεινών δασών ανθίζουν Κενταύριες όπως η θριαμβική (Centaurea triumfetti), Σιληνές όπως η σκουροκόκκινη (Silene atropurpurea), καμπανούλες, βιόλες, στάχυες, νεραγκούλες, αγριοτριανταφυλλιές.


Η πιο καλή εποχή για να γνωρίσουμε, να φωτογραφίσουμε και να απολαύσουμε τα αλπικά λιβάδια και την ξεχωριστή χλωρίδα του Βόρα είναι το καλοκαίρι.







Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Φυτά εισβολείς, δραπέτες και ευνούχοι






Πάνω από 6.400 είδη και υποείδη (taxa) αποτελούν την ελληνική χλωρίδα, από τα οποία περίπου 1 στα 7 είναι ενδημικά της Ελλάδας. Και σε αριθμό και αναλογικά με την έκταση της χώρας η ελληνική χλωρίδα είναι η πλουσιότερη της Ευρώπης. Αν στα ιθαγενή είδη προσθέσουμε και τα «επιγενή», δηλαδή φυτά και δέντρα που έχουν εισαχθεί από τον άνθρωπο σε διάφορες περιόδους, τότε οι παραπάνω αριθμοί αυξάνονται πολύ περισσότερο. Επιγενή (εισαχθέντα) είναι πολλά καλλιεργούμενα γεωργικάν και καλλωπιστικά φυτά και δέντρα, όπως η πορτοκαλιά, η ακακία, η ντοματιά, η πατατιά, τα φθινοπωρινά χρυσάνθεμα, οι μπουκαμβίλιες, οι καμέλιες, οι γαρδένιες και πολλά άλλα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τρεις ομάδες φυτών που βρίσκουμε στην φύση και των οποίων η παρουσία έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Τα φυτά αυτά είτε εισέβαλαν μόνα τους, είτε δραπέτευσαν από κήπους και γλάστρες, είτε είναι άγονα και χρειάζονται ειδικές συνθήκες για να πολλαπλασιαστούν και να επιζήσουν.

Από τους εισβολείς οι πιο γνωστές περιπτώσεις είναι η αγριοντοματιά και το ξινοτρίφυλλο.

Η «αγριοντοματιά» ή «γερμανός» ( Solanum elaeagnifolium) είναι ιθαγενές φυτό της Νότιας και Κεντρικής Αμερική. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη ντομάτα και τη μελιτζάνα, μόνο που είναι πολύ επιθετικό, δηλητηριώδες και επιβλαβές ζιζάνιο. Συγγενικό του ελληνικό είδος είναι ο στύφνος (Solanum nigrum). Πρωτοεμφανίστηκε το 1927 κοντά στη Θεσσαλονίκη. Πιθανολογείται ότι σπόροι του βρίσκονταν σε αμερικάνικα λιπάσματα ή αργεντίνικα σιτηρά, που είχαν εισαχθεί τότε στη συμπρωτεύουσα. Οι Θεσσαλονικείς παρατήρησαν το φυτό σε μεγάλους αριθμούς στην περίοδο της γερμανικής Κατοχής, το συνάρτησαν με τους Γερμανούς και το ονόμασαν «γερμανό». Σε άλλες περιοχές ονομάζεται «αγριοντοματιά» και «αγριομελιτζανιά» από την μορφή των λουλουδιών του ή των σφαιρικών καρπών του που μοιάζουν με ντοματάκια. Οι «γερμανοί» έχουν εισβάλει από βορρά προς νότο σε όλη την Ελλάδα κι έχουν κατακλύσει τις άκρες χωραφιών, τα πρανή των δρόμων και τις απεριποίητες πλατείες των πόλεων, ακόμα και μέσα στην Αθήνα. Είναι ενδιαφέρον ότι στην Κύπρο οι «γερμανοί» εμφανίστηκαν μόλις το 1958.

Το ξινοτρίφυλλο (Oxalis pes-caprae) είναι φυτό-εισβολέας με πατρίδα τη Νότια Αφρική και ειδικά την περιοχή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας (Young 1968, Henz 1985). Η εισαγωγή του στην Ευρώπη έγινε στην Μάλτα το 1806. Από τότε σταδιακά επεκτάθηκε μόνο του και στην Ελλάδα. Σήμερα έχει κατακυριεύσει τους ελαιώνες και τους αμπελώνες της Κρήτης, εισέβαλε στις Κυκλάδες και συνεχίζει την επέκτασή του προς βορρά προτιμώντας βαθιά και δροσερά εδάφη. Η αντοχή του οφείλεται στα πολλά βολβίδια (γονοσωμάτια) που έχει στο ριζικό του σύστημα, οπότε και δύσκολο είναι να ξεριζωθεί και εύκολο να επεκταθεί με νέους βλαστούς από τα βολβίδια. Στις Κυκλάδες ονομάζεται «ξινοτρίφυλλο», από την διάταξη των φύλλων του, και θεωρείται εντελώς άχρηστο φυτό που δεν το καταδέχονται ούτε τα κατσίκια. Παρουσιάζει πάντως ενδιαφέρουσα ανθοφορία.

Τα φυτά-δραπέτες είναι στην πλειοψηφία τους καλλωπιστικά και προέρχονται από κήπους ή γλάστρες. Επεκτάθηκαν στην φύση και αναπαράγονται είτε με την διασπορά των σπόρων είτε με παραβλαστήματα των βολβών τους που προήλθαν από το χώμα κάποιας γλάστρας που πετάχτηκε (όπως στον λόφο του Στρέφη στην Αθήνα) ή από μπάζα.

Δραπέτες στην φύση είναι οι γνωστές μας φρέζιες (Freesia refracta) που στις γλάστρες ή τους κήπους μας προσφέρουν τον χειμώνα τα δημοφιλή αρωματικά κρινάκια τους. Πατρίδα τους είναι το τμήμα της Νότιας Αφρικής με μεσογειακό κλίμα. Στην Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στην Μάνη οι φρέζιες αναπαράγονται πλέον μόνες τους στην φύση σε μεγάλους αριθμούς.


Φυτά-δραπέτες δίνουν και τα πασίγνωστα «σκυλάκια» (Antirrhinum majus). Αν και θεωρούνται είδος του παραμεσογειακού χώρου (Polunin et Haxley 1978) θεωρείται πλέον βέβαιο ότι όσα φυτά συναντούμε στην φύση είναι δραπέτες από παλιές καλλωπιστικές καλλιέργειες.

Η Ίριδα η γερμανική (Iris germanica) θεωρείται από τους βοτανικούς είδος άγνωστης προέλευσης. Πιθανολογείται ότι είναι υβρίδιο ή ιθαγενές του παραμεσογειακού χώρου και της νότιας Ευρώπης (Γιαννίτσαρος 1991). Σήμερα αυτοφύεται σε μεγάλο μέρος της Ελλάδας, συνήθως σε ελαιώνες και κοντά σε παλιά χωράφια ως εγκλιματισμένος δραπέτης καλλωπιστικής καλλιέργειας.


Για την Ίριδα την υπόλευκη (Iris albicans) υπήρχε παλιότερα η άποψη (Randolph 1955) ότι ήταν υβρίδιο του συμπλέγματος Iris germanica. Σήμερα θεωρείται ιθαγενές είδος της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας. Στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως δραπέτης παλαιάς διακοσμητικής καλλιέργειας, καλά εγκλιματισμένο πριν από πολλά χρόνια.

Δραπέτης από κήπους και γλάστρες είναι και η «μαυρομάτα» ή «μαυρομύτα (Ornithogalum arabicum), ένα πανέμορφο ανατολίτικο ορνιθόγαλο όπως δηλώνει και το όνομά του. Αλλά και ο δημοφιλής για την πλούσια ανθοφορία του καπουτσίνος (Tropaeolum majus), που έχει πατρίδα την Αμερική, αρχίζει πλέον να δραπετεύει από τις γλάστρες και να αναπαράγεται μόνος του στην φύση, με όπλο τα ανθεκτικά σπέρματά του που μοιάζουν με ρεβίθι.

Υπάρχουν όμως και φυτά που βρίσκουμε στην φύση και που δεν παράγουν σπέρματα, είναι δηλαδή άγονα. Σε ευνούχους μεταβάλλονται συνήθως φυτά που εξημερώθηκαν από τον άνθρωπο και καλλιεργήθηκαν εντατικά. Ένα τέτοιο φυτό-ευνούχος είναι ο κρόκος ο ήμερος ή σπαρτός (Crocus sativus), που καλλιεργείται στην Κοζάνη. Δεν παράγει σπόρους και είναι άγονος. Τα βοτανικά και ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι ο κρόκος αυτός καλλιεργήθηκε και εξημερώθηκε στην Κρήτη και την Σαντορίνη κατά την προϊστορική περίοδο. Σήμερα η αναπαραγωγή και εξάπλωσή του γίνεται με την δημιουργία μικρών βολβιδίων και την βοήθεια του ανθρώπου.

Παρόμοια χαρακτηριστικά με τον ήμερο κρόκο έχει και η Τουλίπα του Ντέφλερ (Tulipa doerfleri). Μόνο που η τουλίπα αυτή αποτελεί πολύ ξεχωριστή περίπτωση, γιατί βρίσκεται μόνο στην φύση. Είναι ενδημική της Κρήτης και μάλιστα φυτρώνει σε πολύ λίγες θέσεις και σε μικρούς αριθμούς. Γι’ αυτό τον λόγο περιλαμβάνεται στο «Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας» (2009). Ο μεγαλύτερος πληθυσμός αυτής της κρητικής τουλίπας βρίσκεται στην πεδιάδα Γιούς Κάμπος του νομού Ρεθύμνης. Δεν σχηματίζει ποτέ βιώσιμα σπέρματα και είναι εντελώς άγονη. Πολλαπλασιάζεται μόνο βλαστητικά με υπόγειες παραφυάδες κι έτσι δεν έχει την δυνατότητα να επεκταθεί πέραν της περιοχής που συνεχίζει να επιβιώνει. Θεωρείται ότι η τουλίπα αυτή εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Κρήτης μαζί με άλλες καλλιέργειες στην προϊστορική περίοδο. Σήμερα καλλιεργείται στην Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.




Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Ο τζίτζικας, ο Αίσωπος και η αλήθεια

 Αθήνα 03/07/2013

Ίσως να μην υπάρχει πλευρά της ελληνικής φύσης που ο ελληνικός λαός να μην την ενέταξε στις παραδόσεις του από την αρχαιότητα μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, όταν η συνέχεια της παράδοσης ήταν ακόμα πολύ δυνατή στην περιφέρεια. Στην αρχαιότητα οι παραδόσεις του ελληνικού λαού συγκρότησαν αυτό που ονομάζουμε ελληνική μυθολογία και η οποία διαδόθηκε προφορικά για εκατοντάδες χρόνια μέχρις ότου καταγράφτηκε  από πολλούς συγγραφείς μετά τον 6ο-7ο αιώνα π.Χ.

Έτσι και το τζιτζίκι έχει την θέση του στην ελληνική μυθολογία, μάλλον λόγω της καλοκαιρινής φλυαρίας του. Ο Τιθωνός ήταν ένας υπέροχος άνδρας που τον αγάπησε η Ηώς, θεά και προσωποποίηση της αυγής. Η Ηώς τον απήγαγε και τον πήγε στα ανάκτορα της που ήταν στην άκρη του Ωκεανού, δηλαδή στην άκρη του κόσμου. Ζήτησε από τον Δία να κάνει αθάνατο τον Τιθωνό αλλά ξέχασε να του ζητήσει να τον διατηρήσει και πάντοτε νέο. Έτσι ο Τιθωνός δεν πέθαινε αλλά γερνούσε συνεχώς και ζάρωνε, ενώ η Ηώς παρέμενε νέα και αθάνατη. Οι θεοί λυπήθηκαν τον Τιθωνό και τον μεταμόρφωσαν στο ζαρωμένο τζιτζίκι.

Στην μυθολογία ήρθε να προστεθεί στην κλασική εποχή ο Αίσωπος, που έγραψε ένα διδακτικό παραμύθι το οποίο όμως αδικεί κατάφωρα τον τζίτζικα. Η ιστορία του Αισώπου «Τέττιξ και μύρμηκες» διηγείται ότι ζούσαν σ' ένα δέντρο τζίτζικες και μυρμήγκια. Οι τζίτζικες τραγουδούσαν όλο το καλοκαίρι και τα μυρμήγκια μάζευαν με περισσή εργατικότητα σπόρους και τροφή. Όταν ήρθε ο χειμώνας τα μυρμήγκια απολάμβαναν να ακούνε την βροχή τρώγοντας τα τρόφιμα που είχαν μαζέψει. Οι τζίτζικες δεν είχαν να φάνε και τα μυρμήγκια όταν τους ζήτησαν βοήθεια τους απάντησαν ψυχρά ότι όλο το καλοκαίρι τραγουδούσαν, ε τώρα τον χειμώνα ήρθε ο καιρός να... χορέψουν. Συμπέρασμα; Αυτό που λέει και η νεότερη παράδοση: «ο καλός ο νοικοκύρης πριν πεινάσει μαγειρεύει».

Η ιστορία του Αισώπου αδικεί τον τζίτζικα. Στην πραγματικότητα σ' όλη του την ζωή βρίσκεται μέσα στο έδαφος, με την μορφή προνύμφης (ας πούμε σκουληκιού) και τρέφεται από τις ρίζες. Ύστερα από πολλά χρόνια και ανάλογα με την τροφή που παίρνουν, οι προνύμφες ξεπετιούνται από το έδαφος την άνοιξη, αναρριχώνται στα δέντρα και μεταμορφώνονται σε τέλεια έντομα. Η φωτογραφία επάνω από τον Υμηττό δείχνει τι έμεινε από ένα τζιτζίκι, όταν μεταμορφώθηκε σε έντομο και μετά βγήκε από το περίβλημά του για να μεγαλώσει και να βγάλει φτερά.

Μοναδικός σκοπός των τζιτζικιών στην υπέργεια ζωή τους είναι να ζευγαρώσουν, δηλαδή το σεξ. Τα αρσενικά τραγουδούν όλη την μέρα για να προσελκύσουν τα θηλυκά, βγάζοντας τον γνωστό ήχο που μας συνοδεύει όλο το καλοκαίρι στην Ελλάδα. Και βέβαια δεν τραγουδούν μόνο, όπως θέλει ο Αίσωπος, αλλά τρέφονται από τους χυμούς των βλαστών των δέντρων. Τρυπάνε με το ρύγχος τους τον τρυφερό βλαστό και ρουφάνε τον χυμό. Σταγόνες χυμού τρέχουν κάτω από τα κλαδιά που είναι ο τζίτζικας και άλλα έντομα πάνε εκεί που έπεσαν οι σταγόνες για να τραφούν.

Όταν ζευγαρώσει το θηλυκό (που δεν έχει ηχητικά όργανα) γεννά τα αυγά του σε σχισμές των δέντρων. Ύστερα από μερικές εβδομάδες, οι προνύμφες βγαίνουν και πέφτουν στο έδαφος. Με τα μπροστινά, δυνατά και πλατιά πόδια τους σκάβουν το έδαφος και μπαίνουν μέσα για να τραφούν. Θα παραμείνουν εκεί για πολλά χρόνια. Στην Ελλάδα συνήθως παραμένουν για 3-4 χρόνια, ανάλογα με την διαθέσιμη τροφή. Σε άλλες χώρες μένουν μέχρι και 17 χρόνια, μέχρι να αισθανθούν δυνατές και έτοιμες να βγουν στην επιφάνεια, να ζευγαρώσουν, να γεννήσουν και αμέσως μετά να πεθάνουν. Σε πολλά είδη (έντομα, ψάρια, κ.α.) το σεξ αποτελεί τον προθάλαμο του θανάτου. 

Στον πλανήτη μας υπάρχουν περίπου 1.500 είδη τζιτζικιών. Στην Ελλάδα το πιο γνωστό είδος είναι ο Τέττιξ ο κοινός (Cicada cicada). To αρχαίο «τέττιξ» και το νεότερο «τζίτζικας-τζιτζίκι» είναι ονοματοποιημένες λέξεις από τον ήχο που βγάζουν τα αρσενικά τζιτζίκια.

Καλός ο Αίσωπος αλλά η διδακτική ιστορία του βασίστηκε σε λάθος δεδομένα. Τα τζιτζίκια ζουν μονήρη, χωρίς βασιλιάδες βίο και στο τέλος τραγουδάνε, ερωτεύονται και κάνουν σεξ και απογόνους. Τα μυρμήγκια κάνουν ομαδική ζωή, έχουν λίγες βασίλισσες και μερικούς αρσενικούς επιβήτορες και σχεδόν όλα παραμένουν ανέραστα.


εξωσκελετός τζιτζικιού
Υμηττός 08/10/2011