ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚ

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Dama dama πλατώνι

Ελληνιστικό ψηφιδωτό με κυνήγι πλατωνιού και την επιγραφή «Γνώσις εποίησεν». Φηφιδωτό δάπεδο από την Πέλλα και την «οικία της αρπαγής της Ελένης».


Το Dama dama (Linnaeus, 1758) είναι ένα ελάφι με εξάπλωση στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι το Ιράν. Ο μοναδικός ελεύθερος πληθυσμός του στην Ελλάδα ζει στην Ρόδο, όπου η κοινή του ονομασία είναι «πλατώνι». Παλιότερα είχε ευρεία εξάπλωση και στη στεριανή Ελλάδα.

Το ροδίτικο πλατώνι έχει αρχαία καταγωγή και ιδιαίτερη γενετική ταυτότητα, γι΄αυτό και διαφέρει από τα πλατώνια άλλων περιοχών (Massetti 2002). Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα πλατώνια αριθμούσαν μερικές χιλιάδες και είχαν ευρεία εξάπλωση σχεδόν σε όλη την Ρόδο. Σήμερα, ο αριθμός τους έχει μειωθεί αισθητά, εξ αιτίας του κυνηγιού αλλά και καταστροφών στους βιοτόπους τους από πυρκαγιές. Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται γύρω στα 800 άτομα. 

Περίπου 50-70 πλατώνια ζουν και στο Κάστρο της Λήμνου. Είναι απόγονοι 2-3 ζευγαριών που είχαν μεταφερθεί από την Ρόδο. Ο πληθυσμός της Λήμνου απειλείται με εκφυλισμό, λόγω ενδογαμίας.

Το πλατώνι ζει στα πευκοδάση της Ρόδου, τα οποία εναλλάσονται με θαμνώδεις εκτάσεις, ελαιώνες και αγροτικές καλλιέργειες. Βρίσκει καταφύγιο στα πευκοδάση και τρέφεται κυρίως έξω από αυτά.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Ο βοτανικός παράδεισος της Πελοποννήσου



Ψηλά βουνά, φαράγγια, κοιλάδες, χερσόνησοι, πεδιάδες, δάση, θαμνότοποι, φρύγανα και ελαιώνες συνθέτουν ένα πολυποίκιλο δίκτυο βιότοπων που μετατρέπουν στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου την Πελοπόννησο σ’ έναν απέραντο βοτανικό παράδεισο. Στο πλήθος των βιοτόπων της, πρέπει να προσθέσουμε την ποικιλία κλίματος που παρουσιάζει (με κυρίαρχο το μεσογειακό) και την θέση της στο νότιο άκρο της Ελλάδας και της Ευρώπης. Η χλωρίδα της Πελοποννήσου αποτελείται από 2.800 περίπου είδη και υποείδη. Πάνω από 500 είναι ενδημικά φυτά της Ελλάδας. Από αυτά τα 126 είναι αποκλειστικώς ενδημικά της Πελοποννήσου. Πολλά από αυτά είναι εξαιρετικής ομορφιάς.

Ο σχηματισμός της Πελοποννήσου άρχισε πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια. Τότε εμφανίστηκαν και τα βόρεια βουνά της Ερύμανθος, Παναχαϊκό, Αρτεμίσιο, Χελμός και Κυλλήνη (Ζήρεια). Ακολούθησαν πριν από 25 εκατομμύρια χρόνια ο Ταΰγετος και ο Πάρνωνας. Μετά από αλλεπάλληλες καταβυθίσεις και ανυψώσεις της στεριάς, πριν από 1 εκατομμύριο χρόνια η Πελοπόννησος και τα βουνά της πήραν την μορφή που βλέπουμε και σήμερα.
Από την εποχή που η Πελοπόννησος ήταν ενωμένη (ή πολύ κοντά) με τη Μικρά Ασία, έχουν διασωθεί δύο φυτά.


Ο αγριόκεδρος «Γιουνίπερος ο δρυπώδης» (Juniperus drupacea) ή «Συριακή άρκευθος» είναι ασιατικό είδος με εξάπλωση στη Νότια Ανατολία, τη Δυτική Συρία και τον Λίβανο. Η μοναδική περιοχή στην Ευρώπη που φύεται είναι στον Πάρνωνα, όπου σχηματίζει και μεγάλα δάση. Το 1999 ο ακάματος Γιώργος Σφήκας βρήκε λίγα άτομα αυτού του ασιατικού δέντρου και στον Ταΰγετο.
Το Θάλικτρον της Ανατολής (Thalictrum orientale) είναι άλλο ένα ασιατικό είδος που διασώθηκε στην Πελοπόννησο. Η κύρια ζώνη εξάπλωσής του είναι η Νότια και Κεντρική Ανατολία, η Συρία και ο Λίβανος. Οι μοναδικοί πληθυσμοί του στην Ευρώπη βρίσκονται στον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο.


Ο Άδωνις της Κυλλήνης (Adonis cyllenea) είναι τοπικό ενδημικό της ορεινής Κορινθίας, στα βουνά Κυλλήνη (Ζήρεια), Ολίγυρτος, Σαϊτάς και Τραχύ. Έχει εντυπωσιακά κίτρινα λουλούδια. Το φυτό πρωτοβρήκε ο Χελδράϊχ στην Κυλλήνη το 1848. Για πολλά χρόνια το θεωρούσαν εξαφανισμένο μέχρι που γύρω στο 1980 το ξαναβρήκε ο Γ. Σφήκας στον Ολίγυρτο και ο Δανός καθηγητής Άρνε Στριντ το 1986 στην Κυλλήνη.


Στην Πελοπόννησο φύονται 9 είδη κρόκων, από τα οποία 5 είναι τοπικά ενδημικά. Ο Κρόκος ο μελάνθηρος (C. melantherus) ανθίζει σε Χελμό, Κυλλήνη, Πάρνωνα, Καλαμάτα, Κυπαρισσία, Γύθειο και Μονεμβασιά. Ο πανέμορφος Κρόκος του Γουλιμή (C. Goulimyi) ευδοκιμεί στις χερσονήσους του Μαλέα και της Μάνης. Ο Κρόκος ο χιονώδης (C. niveus) φύεται στη νότια Πελοπόννησο. Την άνοιξη βρίσκουμε στα βουνά του Μοριά τον Κρόκο του χιονιού (C. nivalis), που είναι ενδημικός της αλπικής ζώνης του Ταΰγετου, τον Κρόκο του Ολιβιέ (C. olivieri) και τον Κρόκο τον μετέωρο (C. sublimis).


Στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας τα κυκλάμινα ανθίζουν το φθινόπωρο αλλά στην Πελοπόννησο υπάρχουν και την άνοιξη. Το ανοιξιάτικο Κυκλάμινο το πελοποννησιακό (Cyclamen peloponnesiacum) ανθίζει στον Ταΰγετο, την Κυλλήνη και τον Χελμό, ενώ υπάρχει επίσης στην Άνδρο, τη Τήνο και τη Ρόδο. Το υποείδος του «Κυκλάμινο το ζωηρό» (Cyclamen peloponnesiacum subsp vividum) είναι ενδημικό του Πάρνωνα.


Οι γάλανθοι πήραν τ’ όνομά τους από τα κάτασπρα σαν το γάλα άνθη τους (γάλα + άνθος). Ο Γάλανθος της βασίλισσας Όλγας (Galanthus reginae-olgae) είναι ενδημικός του Ταΰγετου και ανθίζει το φθινόπωρο. Ο παρόμοιος Γάλανθος ο χιονώδης (Galanthus reginae-olgae subsp. nivalis) είναι ανοιξιάτικος και τον βρίσκουμε στον Ερύμανθο και το Μαίναλο.


Η κόκκινη-πορτοκαλί Τουλίπα του Γουλιμή (Tulipa goulimyi) εντοπίστηκε το 1954 από τον δικηγόρο και ερασιτέχνη φυσιοδίφη Κωνσταντίνο Γουλιμή στην χερσόνησο του Μαλέα. Είναι ενδημική της Λακωνίας και των Κυθήρων. Ένας μικρός πληθυσμός της έχει βρεθεί και στη Φαλάσαρνα της ΒΔ Κρήτης.


Οι φριτιλάριες είναι συγγενικές και μοιάζουν πολύ με τις τουλίπες, με την διαφορά ότι έχουν μικρότερα άνθη που βλέπουν προς τα κάτω. Ενδημικές της Ερμιονίδας και των απέναντι νησιών είναι η Φριτιλάρια του Ροδοκανάκη ((Fritilaria rhodokanakis) και η Φριτιλάρια των Σπετσών (Fritilaria spetsiotica). Η κίτρινη Φριτιλάρια η κωνική (Fritilaria conica) είναι ενδημική της Πύλου και της Μεθώνης, ενώ το 2008 ο Αντώνης Αδαμόπουλος βρήκε μερικά φυτά και στο βουνό Καλάθι του μεσσηνιακού Ταΰγετου.


Από τον μεσσηνιακό Ταΰγετο άλλο ένα ενδημικό της Πελοποννήσου είναι η Σκίλα η μεσσηνιακή (Scilla messeniaca) με τα ωραία γαλάζια άνθη της.


Τα είδη του γένους Verbascum, που το κοινό τους όνομα είναι φλόμοι, τα βρίσκουμε σε όλα τα υψόμετρα και σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι όλα ψηλά φυτά με ισχυρό βλαστό. Ειδικά ένα πολύ μικρό βερμπάσκο χωρίς βλαστό (Verbascum acaule) είναι ενδημικό της αλπικής ζώνης του Χελμού και του Ταΰγετου. Με τα φύλλα του να ακουμπούν στο έδαφος έχει προσαρμοστεί στους ισχυρούς άνεμους που σαρώνουν τους πετρότοπους στην απλική ζώνη των βουνών του Μοριά.


Από τις αυτοφυείς ορχιδέες, η Πελοπόννησος με τα ψηλά βουνά της διαθέτει πολλά είδη που συναντάμε στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, όπως είναι η Platanthera chlorantha, η Dactylorhiza sambucina, η Orchis mascula, η Dactylorhiza iberica. Οι άγριες ορχιδέες που κυριαρχούν όμως είναι του είδους Οφρύς (Ophrys) που τα άνθη τους μιμούνται την μορφή εντόμων.  Κυριαρχεί σε σπουδαιότητα η Οφρύς η αργολική (Ophrys argolica) που είναι πολύ σπάνια και περισσότερο την βρίσκουμε πλέον στην Λακωνία παρά στην Αργολίδα, από όπου και περιγράφτηκε το 1919. Φέτος ανακοινώθηκαν δύο νέες ορχιδέες από την Πελοπόννησο, η Οφρύς του Ταΰγετου (O. taygetica) που υπάρχει επίσης στον Πάρνωνα και τη Ζήρεια και η Οφρύς των Μυκηνών (O. mycenensis). Η πιο σημαντική περιοχή της Πελοποννήσου για ορχιδεοειδή είναι η Λακωνία, με τους καταπληκτικούς βιότοπους του Ταΰγετου και του Πάρνωνα και τις δύο χερσονήσους της Μάνης και του Μαλέα, όπου βρίσκουμε πολλές ενδημικές ορχιδέες.


Οι βοτανικοί παράδεισοι του φυσικού βοτανικού κήπου της Πελοποννήσου περιμένουν να τους ανακαλύψουμε και να τους χαρούμε. Με σεβασμό και αγάπη για την φύση από μας τους ντόπιους. Γιατί, δυστυχώς, η Πελοπόννησος λεηλατείται κάθε χρόνο από τους ξένους συλλέκτες, ερασιτέχνες και επαγγελματίες βοτανικούς, με αποτέλεσμα φυτά, σπόροι και βολβοί να διοχετεύονται σε ευρωπαϊκές χώρες για κερδοσκοπικούς λόγους. Βλέπετε, δεν έχουμε στην Ελλάδα μόνο τα ελγίνεια μάρμαρα. Έχουμε και τα ελγίνεια της ελληνικής φύσης…